ΡΙΧΑΡΔΟΣ ΒΑΓΚΝΕΡ: Η Γοητεία και η Σημασία του Έργου του

Είναι μεγάλο τόλμημα να επιχειρήσει κάποιος να παρουσιάσει τον Ρ. Βάγκνερ αμερόληπτα σε μια βιογραφία ή αξιολογώντας τα έργα του. Κανένας δεν κατόρθωσε να κρίνει το μουσικό χωρίς την ένταση είτε ενός απείρου σεβασμού ή κάποιου απύθμενου μίσους. Κι αυτό ακριβώς το γεγονός μας οδηγεί να τον τοποθετήσουμε ανάμεσα στις μεγαλοφυίες της Ανθρωπότητας, γιατί όπως όλοι οι Μεγάλοι, έτσι και ο Βάγκνερ δεν γινόταν να μην αναγνωριστεί. Είτε αγαπήθηκε σαν θεός, είτε μισήθηκε με πάθος, πάντως κανείς δεν μπόρεσε να σταθεί αδιάφορος απέναντι του.

Richard Wagner

Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το μεγαλοφυή Βάγκνερ σαν μεγάλο αναμορφωτή, σαν «αποστάτη» με θετική σημασία που σπάει τους δεσμούς με τις παραδόσεις, αντικαθιστώντας τες με άλλες βάσεις, κατά τη γνώμη μου καλύτερες και χρησιμότερες. Ποτέ όμως δεν θεώρησε σαν λόγο της καταστροφής αυτών που μέχρι τότε ίσχυαν στη μουσική, απλά και μόνο μια θέληση καταστροφής τους.

Ποιο λόγο είχε λοιπόν η αναμόρφωση που έκανε; Ο Βάγκνερ δεν ήταν μόνο μουσικός αλλά και φιλόσοφος και μάλιστα εμψυχωμένος από την επιθυμία να αναδιοργανώσει εντελώς τον τρόπο ζωής των ανθρώπων, μέσα από την Τέχνη.

Συνέδεσε την Τέχνη μ’ ένα πολύ βαθύ εσωτερικό Ιδεώδες, όπως ο κόσμος των ήχων, και προσπάθησε να δώσει στη δική του αντίληψη για τη ζωή, πολιτική και κοινωνική χροιά.

Γεννήθηκε στη Λειψία στις 22 Μαΐου 1813. Από πολύ νωρίς χάρις στο επάγγελμα των γονιών του, ήλθε σε επαφή με το θέατρο και έδειξε πολύ σύντομα την προτίμηση του στη μουσική και στα κείμενα των μεγάλων Κλασσικών, όπως του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Σαίξπηρ. Στα γυμνασιακά του χρόνια δεν υπήρξε καλός μαθητής, γιατί χανόταν στις ονειροπολήσεις του, στον πόθο του να γράψει και να συνθέσει, έντονα επηρεασμένος από την ανακάλυψη της μουσικής του Μπετόβεν.

Στα 1830 ασχολήθηκε πολύ με τα επίκαιρα πολιτικά προβλήματα της εποχής του και εγκατέλειψε τις καλλιτεχνικές και φιλοσοφικές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας. Στα είκοσι του χρόνια άρχισε να γράφει τα πρώτα του μουσικά δράματα:

«Ο γάμος», «οι νεράιδες», «η απαγόρευση του έρωτα». Αλλά τις μεγαλύτερες προσδοκίες του τις είχε για το «Ριέντσι». Για την πρεμιέρα του έργου αυτού ταξίδεψε με πλοίο για το Παρίσι. Κατά την διάρκεια θαλασσοταραχής εμπνέεται από παλιούς θρύλους για τον Ιπτάμενο Ολλανδό, απ’ όπου το θέμα του ομώνυμου έργου του, που συνέθεσε σχεδόν αμέσως μετά. Με το «Ριέντσι» δεν κατάφερε να κάνει επιτυχία στο Παρίσι και αναγκάστηκε να ασχοληθεί με τις πιο ταπεινές δραστηριότητες για να επιβιώσει. Κι όμως όταν επέστρεψε στη Γερμανία – σχεδόν τριάντα χρονών πια – ανέβασε μ’ επιτυχία αυτό το έργο.

Το 1845 έζησε ακόμη μια απογοήτευση στην παράσταση του «Σπίτια του δάσους».

Ο ίδιος είπε γι’ αυτό: «Με κατέλαβε ένα αίσθημα πλήρους απομόνωσης και παρόλο που είχα προετοιμαστεί ενσυνείδητα γι’ αυτή την αποτυχία, αναστατώθηκα. Ένα μόνο σκεφτόμουνα: να διδάξω το κοινό, να καταλαβαίνει και να μοιράζεται τις αντιλήψεις μου και ν’ αναλάβω την καλλιτεχνική του διαπαιδαγώγηση».

Έχοντας αναμιχτεί σε πολιτικές αναταραχές, αναγκάστηκε να φύγει για 12 χρόνια στο Παρίσι πρώτα και έπειτα στη Ζυρίχη. Σ’ αυτά τα χρόνια υπήρξε πολύ δημιουργικός, όσον αφορά τόσο τη Μουσική όσο και τη Φιλοσοφία. Στα έργα του: «Η Τέχνη και η επανάσταση» και «Το καλλιτέχνημα του μέλλοντος», ο Ρ. Βάγκνερ προσπάθησε να αναμεταδώσει τις καλλιτεχνικές του ιδέες, κυρίως μάλιστα να εξηγήσει ότι: σαν επαναστάτης απέδιδε στην έννοια «επανάσταση» μια επανεξέλιξη, «επανά + στάση» μια επιστροφή στις παλιές βάσεις. (Τα ετυμολογία της λέξης «επανάσταση» είναι επί + ανά + ίσταμαι, δηλαδή στέκομαι ξανά αλλά πιο πάνω).

Προσπαθούσε δηλαδή ν’ αναστήσει τις κατευθυντήριες γραμμές της παράστασης του αρχαίου ελληνικού δράματος, όπου Ποίηση, Χορός και Μουσική βρίσκονταν αδιάσπαστα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Ο Βάγκνερ έλεγε: «Η Τέχνη στη τελείωση της η Τέχνη που επιζητάει να είναι εντελώς προσιτή στους ανθρώπους απαιτεί πάντα τρία είδη έκφρασης: Κίνηση, Μουσική, Ποίηση». Από κείνη τη Μουσική κατάλαβε και ο μουσικός ότι αν ήθελε το έργο του να αποτελεί την σύνδεση των διαφορετικών τεχνών και να φτάνει στη τελειότητα τους, έπρεπε το σύνολο του έργου να προέρχεται από τα χέρια του: θέμα, μουσική, σκηνικό, διακόσμηση, και κυρίως τα όργανα που εκφράζουν ακριβώς, αυτό που θέλει να δώσει.

Είναι παράδοξο, αλλά το διάστημα της εξορίας του και οι σχέσεις που είχε δημιουργήσει εκεί, κάτι που ήξερε να κάνει, ήταν γι’ αυτόν μια μικρή ανάπαυλα από την άσχημη, οικονομικά, κατάσταση που αντιμετώπιζε συνήθως και ένιωθε χαρούμενος που δε χρειαζόταν πια να δουλεύει για να κερδίζει χρήματα.

«Η τέχνη που δημιουργείται μόνο για την αμοιβή της θα μπορούσε να με απομακρύνει από την Τέχνη», έλεγε.

Οι σημαντικές στιγμές του Βάγκνερ θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν μ’ αυτόν τον τρόπο αλλά απλά και μόνον αυτό, δε μας βοηθά να ανακαλύψουμε τους λόγους για τους οποίους οι βιογράφοι του και οι κριτικοί των έργων του υποστήριξαν τόσο αντίθετες απόψεις γι’ αυτόν. Η ιδιωτική του ζωή, οι πολλές πολιτικές αναταραχές όπου είχε αναμιχτεί και οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε συχνά στη ζωή του, δεν είναι πάντα κατάλληλα στοιχεία για να σχηματίσουν το πορτρέτο μιας μεγαλοφυίας. Ο Βάγκνερ απ’ τη μια πλευρά μοιάζει σε πολλά με τους κοινούς ανθρώπους, απ’ την άλλη όμως έχει ασυνήθιστες ικανότητες που αναντίρρητα τον τοποθετούν στη σειρά των Μεγάλων της Ιστορίας. Τα έργα του, αλησμόνητα απ’ την Τέχνη, προσφέρουν συχνά την ορθότερη κατανόηση του συνθέτη, απ’ ότι η βιογραφία του. Έτσι ο Βάγκνερ φαντάζει σαν ένας «Ιπτάμενος ολλανδός» στην αναζήτηση του Ιδεώδους και παίρνει ακόμη τη μορφή κάθε ήρωα στα έργα του, που πολεμάει και πεθαίνει για την τιμή και την Αλήθεια.

Αυτός ο ανορθωτής της Ανθρωπότητας ή ο τρελός ονειροπόλος που αναζητούσε μέσα από την Τέχνη το Μοναδικό όλης της ενωμένης ουσίας, είχε τη θαυμάσια έμπνευση να χτίσει Λυρική Σκηνή, έναν ιδιαίτερο ναό για την παρουσίαση των συμβολικών του οραμάτων, στα οποία είχε συγκεντρώσει την άφθονη και παραστατική γερμανική μυθολογία.

Ο Βάγκνερ αναγνώρισε ότι ήταν δύσκολο για το κοινό να ταυτιστεί μ’ αυτό που διαδραματιζόταν στη σκηνή, σ’ ένα κανονικό θέατρο, γι’ αυτό έφτιαξε μια εντελώς διαφορετική δομή για τη Λυρική Σκηνή, όπου οι ακροατές ένιωσαν ότι βρίσκονται σε άλλο κόσμο και είχαν τη δυνατότητα να κατανοήσουν καλύτερα τα έργα του. Έφτιαξε τα έργα του μέσα σε εναλλασσόμενες επιτυχίες και αποτυχίες. (Η περίφημη τετραλογία «Το δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν», «Τριστάνος και Ιζόλδη», «Ο Αρχιτραγουδιστής»).

Μια ασυνήθιστη επιθυμία του εκπληρώθηκε το 1864 που ο βασιλιάς Λούντβιχ ΙΙ της Βαυαρίας του χάρισε την εύνοια του. Ήταν η εκπλήρωση μιας επιθυμίας και για τους δύο: για το βασιλιά που πάντα ονειρευόταν τις μυστικιστικές διηγήσεις στα έργα κάποιου φανταστικού μουσικού και για το Βάγκνερ που είχε ποθήσει να τον καταλάβει ένας βασιλιάς και να του δώσει την εύνοια του. Αλλά όπως όλα τα όνειρα, έτσι κι αυτό είχε ένα τέλος, όταν οι δολοπλοκίες της Αυλής, ανάγκασαν το Βάγκνερ να εγκαταλείψει το βασιλιά και να διαφύγει στην Ελβετία.

Τα τελευταία του χρόνια τα αφιέρωσε στο καλύτερο έργο του, το «Πάρσιβαλ», που αποτελείωσε το 1882. Λίγο καιρό μετά πέθανε, στις 13 Φεβρουαρίου 1883, στη Βενετία.

Έκανε μια διαπλαστικού και θρησκευτικού περιεχομένου εργασία για το θέατρο: «Το θέατρο σαν ίδρυση παλιού Ναού». Σ’ αυτή την εργασία περιέχονται όλα συγκεντρωμένα. Στίχοι, μουσική αρχιτεκτονική, σκηνικά, κοστούμια, διακόσμηση και φωτισμός, διατηρώντας έτσι την πολύπλευρη και πλήρη σημασία των παλιών Μυστηρίων Μυήσεως. Και όπως συμβαίνει σ’ όλα τα Μυστήρια, έτσι και δω, ο καθένας παίρνει κάποιο απ’ όλα τα στοιχεία, το οποίο είναι έτοιμος να κατανοήσει…

Μια συμβολική εξέταση των μεγάλων έργων του Βάγκνερ, που δεν είναι μέσα στα πλαίσια του άρθρου αυτού, δείχνει πως αυτός ο δραματουργός μπορούσε να συγκεντρώνει στα οράματα του τα Μεταφυσικά Μυστήρια της Ζωής αρμονικά, ώστε να γίνονται τα σύμβολα κατανοητά στους ανθρώπους και πως έδινε έκφραση μέσω των διαφορετικών μυστικιστικών προσώπων των έργων του στο Ιδεώδες της Ειρήνης και της Ευτυχίας και στο όνειρο του για την Απελευθέρωση του Πνεύματος, με την ευσπλαχνία και την αγάπη.

 

                «ΤΑ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΝΕΚΡΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ. ΤΑ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΟΝΕΙΡΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΠΕΑΘΑΝΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ»

-Jorge Angel Livraga-

Ετικέτες: R.Wagner Ριχάρδος Βάγκνερ
Εκτύπωση

Από το ίδιο Τεύχος

Περισσότερα Άρθρα TEXNH

Σχετικά Άρθρα