Αν πρέπει να διαλέξουμε κάποιον πολιτισμό ανάμεσα σε όλους αυτούς που χάραξαν βαθιά και επηρέασαν ως τις μέρες μας την πορεία και την εξέλιξη το Δυτικού κόσμου, αυτός θα ήταν ο Ρωμαϊκός. Και αυτό, ίσως όχι από την άποψη της καθαρής πρωτοτυπίας στην εισαγωγή νέων ιδεών, αντιλήψεων και τεχνικών, ικανών να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά σίγουρα από την άποψη τη μεγάλης εξάπλωσης και ανάπτυξης που, σε παγκόσμια κλίμακα, έδωσαν οι Ρωμαίοι στα διάφορα πολιτιστικά στοιχεία τα οποία αντλούσαν από άλλους πολιτισμούς. Χωρίς δισταγμό, θα μπορούσαμε λοιπόν να συγκρίνουμε, παραβολικά, τον Ρωμαϊκό πολιτισμό με έναν ενισχυτή ή πολλαπλασιαστή, που μεγένθυνε και πρόσθετε μεγαλύτερη ισχύ εμβέλειας σε όποια ενέργεια ή μήνυμα λάμβανε, διαδίδοντάς τα σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο.
Έτσι, σε πολύ μεγάλο βαθμό, ο σημερινός δυτικός πολιτισμός είναι το αποτέλεσμα του «φίλτρου» και ενισχυτή της Ρώμης, που επεξεργάστηκε και εξάπλωσε στον κόσμο την Ελληνική κουλτούρα, τα στοιχεία του Ετρουσκικού πολιτισμού, τις επιδράσεις του Περσικού ασιατικού κόσμου κλπ.
Έχει ειπωθεί ότι ο Ρωμαϊκός πολιτισμός δεν πρόσφερε σχεδόν τίποτε πρωτότυπο στην ιστορία της ανθρωπότητας, ενώ αντίθετα η αρχαία Ελλάδα, η Αίγυπτος, ακόμη και η Ετρουρία ή οι Κέλτες, έφεραν νέες ιδέες, χρήσιμες για την αλλαγή της πορείας του ανθρώπινου πολιτισμού. Και εκ πρώτης όψεως έτσι φαίνεται να είναι. Όμως, θα πρέπει να αναρωτηθούμε: μήπως η πρωτοτυπία της Ρώμης έγκειται ακριβώς σ’ αυτό που έκανε, δηλαδή σε μια συναρμολόγηση παλιότερων στοιχείων, στα οποία έδωσε παγκόσμια πολιτισμική ισχύ, δυναμώνοντάς τα και «διαφημίζοντάς» τα μέσω του αυτοκρατορικού της οράματος; Η απάντηση είναι μάλλον θετική. Και μάλιστα τόσο μεγάλης σημασίας, που φτάνει να επισκιάζει τις πραγματικές πρωτοτυπίες του ρωμαϊκού κόσμου, όπως στον τομέα του Δικαίου και της ηθικής, της πολιτικής, της κοινωνιολογίας και της τεχνολογίας, τομείς όπου οι ρωμαϊκές λύσεις υπήρξαν πολλές φορές πρωτότυπες και ισχύουν ακόμη και σήμερα.
Δεν είναι όμως αυτό το θέμα που απασχολεί το παρόν άρθρο. Γιατί στον τομέα της μυθολογίας και του Εσωτερισμού δύσκολα μπορεί κανείς να μιλήσει για πρωτοτυπίες, εφόσον αφορούν αυτό που ονομάζεται «παράδοση», της οποίας η συνέχεια και η συνοχή ξεφεύγει από τους συγκεκριμένους σταθμούς των πολιτισμών για να μας προτρέψει σε μια βαθιά αναζήτηση στην ομίχλη των πρωταρχικών χρόνων.

Η συγκριτική μυθολογία και η μελέτη της ιστορίας των αρχαίων θρησκειών μας οδηγεί στο συμπέρασμα, από τις πρώτες έρευνες των ΜΑΧ MULLER και JAMES GEORGE FRAZER ως τις πρόσφατες μελέτες του M. ELIADE ή του J. CAMPELL, περνώντας από τον Κ. JUNG και την H.P.BLAVATSKY, ότι το μυθικό περιεχόμενο των θρησκειών ανήκει σε ένα κοινό επίπεδο πνευματικής δραστηριότητας του ανθρώπινου γένους, που πηγάζει από μια νοητική περιοχή διαχρονική και ξεπερνά το χωροχρονικό όριο της εμφάνισης και διαδοχής των ανθρώπινων πολιτισμών.
Είναι ώρα λοιπόν να αντιμετωπίσουμε την εσωτερική παράδοση στην αρχαία ρωμαϊκή θρησκεία. Όπως εξάλλου και σε οποιαδήποτε άλλη θρησκεία, θα πρέπει να ξεχωρίσουμε τρεις διαφορετικές περιοχές. Η πρώτη είναι αυτή όπου συναντάμε διαχρονικά μυθικά στοιχεία, αρχέγονης προέλευσης, κοινά σε μια γενική ινδοευρωπαϊκή παράδοση όπου αποκλείονται σχέσεις μεταβίβασης από έναν λαό σε άλλο. Είναι στοιχεία που μάλλον προέρχονται από κάποια κοινή πηγή, λησμονημένη στον χρόνο και παλιότερη από κάθε μεταγενέστερη πολιτισμική διαφοροποίηση.
Η δεύτερη περιοχή είναι αυτή των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στις διάφορες παραδόσεις και στα στοιχεία των πολιτισμών που βρίσκονται σε επαφή. Σε αυτήν τη ζώνη βρίσκουμε παραλληλισμούς και ταυτίσεις θεολογικών και μυθολογικών εννοιών που αναμιγνύουν και ενοποιούν τις θρησκευτικές ιδέες. Ένα παράδειγμα στη ρωμαϊκή εποχή είναι η ταύτιση του ελληνικού Δία με τον θεό JUPITER ή DYAUS PITAR, ταύτιση που παρέμεινε σταθερή στη μετέπειτα εξέλιξη του δυτικού πολιτισμού. Όμως τα αρχικά χαρακτηριστικά του Δία, όπως και του Dyaus Pitar, ήταν μάλλον αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους, παρόλο που υποδηλώνουν μια κοινή αρχέγονη προέλευση, ως θεός της λάμψης (στα σανσκριτικά η λέξη Dyaus σημαίνει λαμπερό) πριν τη διαφοροποίηση του ινδοευρωπαϊκού έθνους σε χωριστούς πολιτισμούς, όπως τον ελληνικό, τον περσικό, τον ινδικό ή το λατινορωμαϊκό. Εκεί αποκλείονται αλληλεξαρτήσεις, άρα αυτή η θεολογική έννοια θα ανήκε στην πρώτη περιοχή που αναφέραμε προηγουμένως.
Η τρίτη περιοχή είναι αυτή όπου ενσωματώνονται στη θρησκεία ξένες αντιλήψεις χωρίς να προκύψει ταύτιση ή ενοποίηση, διατηρώντας κάθε στοιχείο την αυτονομία του, μέσα σ’ ένα πλαίσιο συντονισμού και αλληλεξάρτησης χωρίς όμως ταύτιση ή ενιαία ανάμιξη. Σε μια τέτοια περιοχή, για παράδειγμα, ανήκουν τα Μιθραϊκά μυστήρια (Περσικής προέλευσης) και η λατρεία της Ίσιδας (Αιγυπτιακής προέλευσης), που εντάχθηκαν στη ρωμαϊκή θεολογία, στην αυτοκρατορική εποχή κυρίως, αν και η επίδρασή τους ξεκίνησε αιώνες παλιότερα, ακόμα και πριν την κατάκτηση της Ελλάδας και της Αιγύπτου από τη Ρώμη.
Η ΑΡΧΑΙΑ ΡΩΜΑΪΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ
Η εμβάθυνση στην εσωτερική καρδιά της γνήσιας Ρωμαϊκής θρησκείας δεν είναι εύκολο έργο. Εκ πρώτης όψεως, η επικρατέστερη αντίληψη είναι αυτή που ταυτίζει και αναμειγνύει τα ελληνικά με τα ρωμαϊκά θεολογικά στοιχεία, μιλώντας μας για ένα σχεδόν ενιαίο ελληνορωμαϊκό πάνθεο. Είναι η επιφανειακή θεώρηση, αν και όχι εντελώς εσφαλμένη, γιατί ισχύει από την εποχή των αυτοκρατόρων και μετά, η οποία αναφέρεται στη δεύτερη περιοχή του θεολογικού συγκροτήματος για την οποία μιλήσαμε προηγουμένως. Μόνο αν αφαιρέσουμε το πρόσθετο φύλλωμα της τρίτης και δεύτερης περιοχής, με τις διάφορες ταυτίσεις και συγκρίσεις των θεοτήτων, θα μπορέσουμε να διεισδύσουμε στην καθαυτή αρχαϊκή ρωμαϊκή θρησκεία, την προγονική και αρχέγονη, ανέπαφη από τις μεταγενέστερες επιρροές των Ετρουσκικών, Ελληνικών, Αιγυπτιακών και Ανατολικών θεολογικών στοιχείων, με τα οποία ταυτίστηκε, αναμίχθηκε ή και συμβίωσε (συμβιβάστηκε) κατά καιρούς.
Σύμφωνα με μια εκδοχή, που ξεκινάει από την Αινειάδα του Βιργίλιου, του ποιητή του πρώτου Ρωμαίου Αυτοκράτορα, Οκταβιανού Αυγούστου, η ύπαρξη της Ρώμης συνδέεται με την Τρωική παράδοση. Ο πρίγκιπας της Τροίας, ο Αινείας, ήταν αυτός που, μετά την πτώση της Τροίας, αποβιβάστηκε στο Λάτιο και ίδρυσε τη μυθική Alba Longa, από όπου αργότερα θα βγει ο Ρωμύλος για να ιδρύσει εκεί κοντά την πρώτη «τετράγωνη Ρώμη», χαράζοντας με το άροτρό του το συμβολικό τετράγωνο αυλάκι των μελλοντικών τειχών της πόλης, το έτος 753 π.Χ., την πιο αποδεκτή ημερομηνία της ίδρυσης της Ρώμης.
H εκδοχή αυτή, που συνέδεε τη δημιουργία του ρωμαϊκού πολιτισμού με τη μακρινότερη μικρασιατική παράδοση του Ιλίου ήταν αμφισβητήσιμη από τους περισσότερους ιστορικούς, παρά το κύρος του Βιργίλιου, και τη θεωρούσαν απλώς μια εικασία. Όμως, πρόσφατες ανασκαφές στο παλιό λιμάνι της Όστιας, έριξε νέο φως στην υπόθεση και απέδειξαν την ορθότητα εκείνης της παραδοσιακής εκδοχής. Πράγματι, βρέθηκε ο τάφος του Αινεία με κτερίσματα και σκεύη τρωικής προέλευσης, καθώς κι ένα άγαλμα της, λεγόμενης από το Βιργίλιο, Δελφίνιας Αφροδίτης, την οποία αναφέρει μόνο στην Αινειάδα. Η ύπαρξή της θεωρούταν μια φαντασία του ποιητή, εφόσον ούτε η αρχαιολογική σκαπάνη ούτε η συμβολολογική και θεολογική ανάλυση, μαζί με την απουσία αναφορών άλλων αρχαίων συγγραφέων, έδειχναν ότι ήταν εφικτή η ύπαρξή της.
Ανοίγοντας τις εσωτερικές ρίζες, την αρχέγονη μυστηριακή καρδιά της ρωμαϊκής θρησκείας, πριν αρχίσει την εξάπλωσή της η Ρώμη και δεχτεί την επίδραση ξένων θεολογικών στοιχείων, είτε από την Ελλάδα είτε από αλλού, συναντάμε μια αρχική τριάδα, τη λεγόμενη Καπιτωλινή, με τον Jupiter Optimus Maximus, τη Juno που αργότερα ταυτίστηκε με την ελληνική Ήρα, και τον Mars Quirinus, που ύστερα ταυτίστηκε με τον Άρη και ήταν θεός προστάτης του ρωμαϊκού έθνους ως μυθικός πατέρας του Ρωμύλου. Σε παλιότερες εκδοχές το τρίτο πρόσωπο της πρωταρχικής αυτής θείας Τριάδας εκπροσωπεί η θεά Minerva, που αργότερα παραλληλίστηκε με την ελληνική Αθηνά. Μαζί τους υπήρχαν και άλλοι σημαντικοί θεοί, καθαρά ρωμαϊκοί: ο Janus ή Divanus (ηλιακή θεότητα των Αρχών των πάντων, που παριστάνεται συνήθως ως γενειοφόρος άνδρας με διπλό πρόσωπο συμβολίζοντας την αρχή και το τέλος, το οποίο γίνεται αρχή ενός νέου κύκλου), η Dia (θεά της Γης), η Diana που σημαίνει λαμπερή (θεά της Σελήνης), ο Vulkanus (θεός της φωτιάς, της γόνιμης θερμοκρασίας, του κεραυνού και ακόμα του πολέμου), ο Saturnus (πανάρχαιος θεός της αφθονίας και των αγρών, που αργότερα ταυτίστηκε με τον ελληνικό Κρόνο), ο Merkurius, που προέρχεται από τη ρίζα Merx, που σημαίνει μήνυμα, εμπόρευμα, αυτό που μεταβιβάζεται, θεός του εμπορίου και των πληροφοριών που έμοιαζε με τον Ερμή.
Αυτές οι πανάρχαιες θεότητες, με καθαρά ινδοευρωπαϊκά χαρακτηριστικά, θεότητες του φωτός, ηλιακές, λαμπερές, με τεράστια ζωτικότητα, λειτουργούσαν ως σύμβολα των ζωντανών και νοημόνων δυνάμεων της Μητέρας Φύσης – μια βαθιά εσωτερική θρησκευτική αντίληψη, η οποία, ακόμα και σε μεταγενέστερες εποχές πέρασε με απλότητα αλλά και με έντονο σεβασμό και ζωντάνια σε όλο τον ρωμαϊκό λαό, μέχρι το πιο απομονωμένο χωριό των μακρινών συνόρων. Ένα σπουδαίο χαρακτηριστικό της αρχαίας ρωμαϊκής Θρησκείας ήταν ότι μπορούσε να καλύψει τις πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων σε οποιοδήποτε κοινωνικό ή διανοητικό επίπεδο και αν ανήκαν, από τους ανώτερους κυβερνητικούς λειτουργούς, καλλιτέχνες και επιστήμονες, μέσα από η μυστηριακή όψη μιας μυητικής θρησκείας, ως τους αγράμματους χωρικούς, με τη βαθιά ανθρώπινη και φυσιολατρική όψη της, χωρίς μεγάλες θεολογικές περιπλοκότητες.
Με την πάροδο του χρόνου, και ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ., με την κατάκτηση της Ρώμης από τους Ετρούσκους, οι θεότητες αυτές μεταλλάχθηκαν και προσαρμόστηκαν στις νέες καταστάσεις, χάνοντας σε κάποιο βαθμό την αρχέγονη καθαρότητα της καθαυτής ρωμαϊκής θρησκείας μέχρι που, μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τη Ρώμη το 2ο αιώνα π.Χ., το αρχαίο ρωμαϊκό πάνθεο εξελληνίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά για να έχουμε κάτι διαφορετικό, τον ελληνορωμαϊκό συγκρητισμό. Αυτόν προώθησε σαν πελώριος ενισχυτής η ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο και συνεχίζει να επιδρά ως υπόβαθρο μέχρι τις μέρες μας στην κουλτούρα του δυτικού κόσμου.

Η ΜΥΗΤΙΚΗ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΤΩΝ «FRATRES ARVALES» ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΡΩΜΗ
Ο Λατίνος κλασσικός συγγραφέας Μarcus Terentius Varro αναφέρει τους «Fratres Arvales» (Αδελφοί Αρβάλοι ή Αδελφοί των Αγρών), ως εκείνους που έκαναν δημόσιες θυσίες για να παράγουν καρπούς οι αγροί. Αυτοί οι ιερείς-μύστες αποτελούσαν ένα αρχαίο ιερατικό τάγμα, που ήταν αφιερωμένο στη γονιμότητα της γης και τις αγροτικές θεότητες. Αποτελούνταν από δώδεκα μέλη, τα οποία ασχολούνταν με τη λατρεία της «θρεπτικής Γης», την οποία επικαλούνταν με το όνομα Dia. Αυτή η θεότητα αργότερα συσχετίστηκε με την θεά Ceres, αντίστοιχη με την ελληνική Δήμητρα. Αργότερα, στην αυτοκρατορική πλέον εποχή, μπορούσαν να ανήκουν στο τάγμα αυτό, εκτός από τα δώδεκα επίσημα μόνιμα μέλη, και σημαίνουσες προσωπικότητες της αυτοκρατορίας.
Σύμφωνα με τον παραδοσιακό θρύλο, στην αρχή αποτελούταν από τους δώδεκα γιους της Άκκας Λαρεντίας (Acca Larentia), της μαίας του Ρωμύλου και του Ρέμου και ο ίδιος ο Ρωμύλος, ιδρυτής της Ρώμης, όταν πέθανε ένα μέλος της αδελφότητας, μυήθηκε σε αυτήν και κάλυψε την κενή θέση.
Η λέξη arval στα λατινικά σημαίνει «καλλιεργημένος αγρός» και συνδέεται με την ελληνική λέξη «άροτρο», οπότε οι Ιερείς των Fratres Arvales σε ελεύθερη μετάφραση θα ήταν οι «Αδελφοί του Αρότρου». Επομένως η καταγωγή των Fratres Arvales συσχετίζεται με την αρχέγονη εκείνη θρησκεία που αφορούσε τα μυστικά της καλλιέργειας των αγρών και την ενίσχυση της γονιμότητας της Γης με τελετουργικές και μαγικές θυσίες. Το ιερό σύμβολο του τάγματος ήταν ένα στεφάνι από στάχυα με λευκές λουρίδες.
Το γεγονός ότι στις τελετουργίες απαγορευόταν η χρήση του σιδήρου και φέρονταν με λατρευτικό σχεδόν τρόπο στα χοντροκομμένα πήλινα αγγεία της λατρείας, όπως επίσης και το κείμενο της επίκλησης «Carmen Arvale» (Ωδή των Αγρών ή Αρβάλειος ύμνος), που ήταν γραμμένο σε αρχαϊκή λατινική γλώσσα, σχεδόν ακατανόητη για τους ίδιους τους Ρωμαίους της αυτοκρατορικής εποχής, μας αποδεικνύουν την πανάρχαια προέλευση της αδελφότητας των Fratres Arvales.
Η μαγική αυτή επίκληση των Arvales αποτελούταν από 6 στίχους, ο καθένας από τους οποίους έπρεπε να επαναληφθεί σε ψαλμωδία 3 φορές εκτός από τον τελευταίο. Σε μεταγενέστερες εποχές η απαγγελία των στίχων γινόταν κάνοντας έναν μαγικό χορό με ρυθμό τρία επί τέσσερα, στις επίσημες δημόσιες τελετές για τη γονιμότητα των αγρών, που δυστυχώς δεν έχει διασωθεί, αντίθετα με τους στίχους και την μετάφρασή τους, που παραθέτουμε στη συνέχεια:
-
Εnos Lases iuvate! (ψάλλεται 3 φορές)
«Βοηθήστε μας, Λάρες» (οι θεοί προστάτες των αγρών και του σπιτιού).
-
Νeve lue rue, Marmar, sins incurrere in pleoris! (ψάλλεται 3 φορές)
«Και μην επιτρέψεις, ω Μαρμάρ (Άρη), ο λοιμός (lue) και η καταστροφή (rue) να πλήξουν τον λαό (ή τις φυλές)».
-
Satur fu, fere Mars! Limen sali, sta berber! (ψάλλεται 3 φορές)
Χόρτασε (εξαγνίσου), άγριε Άρη! Πήδα το κατώφλι, στάσου εκεί ακίνητος!
-
Semunis alterni advocapit conctos! (ψάλλεται 3 φορές)
Καλέστε με τη σειρά όλους τους Σεμόνες! (Θεότητες της σποράς και της γονιμότητας).
-
Enos Marmor iuvato! (ψάλλεται 3 φορές)
Βοήθησέ μας, Μάρμορ (Άρη)!
-
Triumpe! Triumpe! Triumpe! Triumpe! Triumpe! (ψάλλεται 1 φορά)
Θρίαμβος! Θρίαμβος! Θρίαμβος! Θρίαμβος! Θρίαμβος! (Θριαμβευτική επίκληση ή ρυθμική κραυγή κατά τη διάρκεια της πομπής/χορού)
Τα μέλη του Τάγματος ονομάζονταν Αδελφοί – ονομασία αποκλειστική στη Ρώμη γι’ αυτή την αδελφότητα – και το λειτούργημά τους ήταν εφ’ όρου ζωής. Οι αυτοκράτορες, αργότερα, όπως και μερικά μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας, αποτελούσαν μέρος του ιερατείου των Arvales, αφού περνούσαν τις μυητικές δοκιμασίες και πληρούσαν τις απαραίτητες ιερατικές προϋποθέσεις, για τις οποίες ελάχιστα στοιχεία είναι γνωστά. Ξέρουμε όμως ότι η αποδοχή στην αδελφότητα γινόταν είτε από ελεύθερη επιλογή του ιερατείου, είτε με ειδική αυτοκρατορική επιστολή – διάταγμα.
Όπως σε όλα τα άλλα μείζονα ιερατικά ρωμαϊκά κολλέγια, οι Αδελφοί Arvales, όταν έκαναν τις ιερές τελετές τους είχαν τη βοήθεια ειδικών λειτουργών. Αυτό τον ρόλο έπαιζαν τέσσερα ευγενή αγόρια, των οποίων οι γονείς έπρεπε να ήταν ζωντανοί. Βοηθούσαν στις τελετουργίες, που γίνονταν επί τρεις μέρες στη Ρώμη προς τιμήν της Μεγάλης Θεάς Dia, ντυμένοι με μια λευκή χλαμύδα με κρόσσια. Θεωρούνταν γιοί, όπως στο έθιμο των παλιών πατριαρχικών οικογενειών και έπαιρναν μέρος στα συμπόσια και μετέφεραν από το τραπέζι στον βωμό τους καρπούς για τις προσφορές και σπονδές των ιερέων.
Η λατρεία και η όλη δραστηριότητα του Τάγματος αναζωογονήθηκε από τον Αύγουστο Καίσαρα. Από την αρχαϊκή εποχή ως τότε είχε κάπως παρακμάσει, όχι μόνο το συγκεκριμένο αυτό ιερατείο αλλά και η ρωμαϊκή θρησκεία γενικότερα, αποδυναμωμένη από την εισβολή των ξένων θρησκειών των κατακτημένων λαών, όπως της ελληνικής κυρίως και της αιγυπτιακής. Ο Αύγουστος προώθησε πολύ την αναβίωση των αρχαίων, καθαρά ρωμαϊκών θρησκευτικών παραδόσεων και φυσώντας πάνω στη θράκα των παλιών θεών και τελετών της Ρώμης, κατάφερε να ξανανάψει τη μυστηριακή φωτιά, να δώσει πνευματικό ύψος στον πολιτισμό των προγόνων και να φωτίσει, δίνοντας αυτοσεβασμό και αυτοπεποίθηση στο λαό του. Ο ίδιος έγινε Αρχιεροφάντης ή Μάγιστρος της Αδελφότητας των Arvales, καθιερώνοντας τη διαδοχή αυτής της ύψιστης θέσης από τον εκάστοτε Αυτοκράτορα. Εφόσον όμως αυτός μονάχα μπορούσε σποραδικά να ασχοληθεί με τις ιερές δραστηριότητες του τάγματος, εξουσιοδοτούσε κάποιο από τα μέλη του, το οποίο ενεργούσε ως «αντιμάγιστρος».
Το κολλέγιο των Αrvales ωστόσο, άρχισε να παρακμάζει σιγά σιγά από τα μέσα του 3ου αι. μ.X., για να εξαφανιστεί εντελώς, μαζί με όλες τις άλλες καθαρές ρωμαϊκές λατρείες της αρχαίας θρησκείας στα τέλη του 4ου αιώνα. Οι λατρευτικές τελετές τους διαρκούσαν τρεις ημέρες και τελούνταν μια φορά τον χρόνο, το μήνα Μάιο, συμπίπτοντας με τις μέρες 17, 19, 20 ή 27, 29 και 30, σύμφωνα με το αν ήταν ζυγό ή μονό έτος, αντίστοιχα, στη Βαρρονική χρονολογία.

Την πρώτη μέρα οι τελετές γίνονταν στην πόλη αρχίζοντας με μια θυσία στον Παλατίνο λόφο ή στο σπίτι του Αρχιεροφάντη, όπου γινόταν η ιεροποίηση των καρπών της προηγούμενης εποχής του χρόνου και του προηγούμενου έτους και μετά ακολουθούσε συμπόσιο. Τη δεύτερη μέρα γίνονταν τρεις τελετουργίες στο ιερό άλσος της θεάς Dia, και μία στην πόλη, στο σπίτι του Μάγιστρου. Στο ιερό άλσος οι ιερείς θυσίαζαν δύο γουρούνες σαν προφυλακτική εξιλέωση οποιασδήποτε παράβασης της ιερότητας του χώρου, έπειτα ακολουθούσε η τελετή της θυσίας μιας λευκής αγελάδας, που έκανε ο αρχιεροφάντης και μετά οι ιερείς μαζεύονταν για το ιερό συμπόσιο. Η τρίτη τελετή γινόταν το απόγευμα και ήταν η λαμπρότερη και η πιο επίσημη. Για αυτή την τελετή έχουμε μια πλούσια και λεπτομερή περιγραφή στις δύο πινακίδες που περιέχουν την αναφορά της τελετής στα έτη 218 και 219 μ.Χ.
Θυσίαζαν μια γόνιμη προβατίνα στο ναό της θεάς Dia. Μετά οι ιερείς Arvales έκαναν προσφορά των προσωπικών τους δώρων στη θεά και τέλος τελούσαν την τελετουργία των πήλινων αγγείων (Ollae), χύνοντας από την κατηφορική πλευρά του λόφου το περιεχόμενό τους. Η τελετή αυτή είχε την καταγωγή της στην πιο μακρινή αρχαιότητα όταν η χρήση των μετάλλων δεν είχε ακόμη εισαχθεί στο Λάτιο και τα σκεύη ήταν πήλινα. Ύστερα από όλα αυτά οι Αδελφοί Arvales, μόνοι τους και κλεισμένοι μέσα στο ναό της θεάς, τραγουδούσαν και χόρευαν με ρυθμό τρία επί τέσσερα (τριποδάτιο ή 3/4) τον ύμνο (Carmen Arvale) που παραθέσαμε προηγουμένως. Μετά απομακρύνονταν όλοι οι ξένοι και έκαναν άλλο ένα συμπόσιο στο τετράστυλο και στην συνέχεια ακολουθούσαν αγώνες ιπποδρομίας στο αμφιθέατρο που βρισκόταν δίπλα στο ιερό άλσος.
Με τη δύση του ήλιου οι ιερείς Arvales επέστρεφαν στην πόλη και έκλειναν την ημέρα με ένα τρίτο συμπόσιο στο σπίτι του Μάγιστρου. Την τρίτη και τελευταία μέρα συγκεντρώνονταν επίσης στο σπίτι του Μάγιστρου σε ένα συμπόσιο, όπου κατανάλωναν το κρέας της θυσίας που προσφέρθηκε στη θεά Dia την προηγούμενη μέρα.
Εκτός από αυτές τις επίσημες μόνιμες τελετουργίες, οι Arvales, ως ιερατική Αδελφότητα, τελούσαν και άλλες θυσίες και τελετές που αφορούσαν κυρίως τη λατρεία του Αυτοκράτορα και της αυτοκρατορικής οικογένειας, όχι ως πρόσωπα, αλλά ως σύμβολα μιας θεϊκής δύναμης ενσαρκωμένης ανάμεσα στους ανθρώπους, όπως συνέβαινε στις περισσότερες παραδοσιακές κοινωνίες μυθικού και μυητικού χαρακτήρα.
Έτσι, γιόρταζαν τα γενέθλια, τους θριάμβους, την ενθρόνιση και τους γάμους των αυτοκρατόρων με επίσημες θυσίες και πομπές, τόσο στο μεγάλο ναό του Καπιτωλινού, όσο και στον Παλατίνο λόφο.
Το τάγμα των Arvales τελούσε επίσης εξιλαστήριες θυσίες στο ιερό άλσος, που ήταν στην κορυφή ενός λόφου, δεξιά της σημερινής οδού Portuensis, κάθε φορά που έπρεπε να κάνουν οι Ρωμαίοι μια πράξη αντίθετη με την παραδοσιακή αυστηρότητα των λατρειών τους.
Τότε, τη δεύτερη μέρα των ετήσιων εορτών και πριν αρχίσουν τις θυσίες προς τιμήν της Μεγάλης Μητέρας (Dea Dia), κλάδευαν τα δέντρα του άλσους και το καθάριζαν όλο. Επειδή για να γίνουν αυτά έπρεπε να αγγίξουν τα ιερά φυτά και να χρησιμοποιήσουν σιδερένια εργαλεία, πράγμα που ήταν αντίθετο με την αρχαία εσωτερική παράδοσή τους, οι ιερείς Arvales εξιλέωναν την ασέβεια αυτή κάνοντας θυσίες ζώων, συνήθως χοίρων, σύμβολο των γενετικών και χθόνιων δυνάμεων της μητέρας Φύσης.
Άλλες εξιλαστήριες θυσίες τελούνταν όταν έπρεπε να γίνονται χαράξεις με σίδερο πάνω στο μάρμαρο ή όταν έπεφτε ένα δέντρο του ιερού άλσους, είτε από γηρατειά είτε από κεραυνό και η φωτιά της λατρείας τρεφόταν με αυτά τα ιερά ξύλα.
Επίσης το ιερατείο των Arvales με επικεφαλής τον Αυτοκράτορα, συνήθιζε να κάνει στην αρχή τους έτους, τον Ιανουάριο, μήνα του αμφιπρόσωπου θεού των Αρχών Janus, υποσχέσεις και τάματα εμπρός στις τρεις κύριες θεότητες του Καπιτωλινού λόφου και στον Mars, τη Νίκη, τη Vesta, τον Neptunus, τον Ηρακλή και τη θεά της Δημόσιας Υγείας. Τα τάματα ανανεώνονταν κάθε χρόνο θέτοντας καινούριες υποσχέσεις και αποδεσμεύοντας τις παλιές του προηγούμενου έτους.
Ο ναός της θεάς Dea Dia, που ήταν μέσα στο ιερό άλσος, είχε κυκλικό σχήμα, με την κύρια είσοδο προς την Ανατολή. Στο κέντρο του βρισκόταν το άγαλμα της θεάς με σκεπασμένο το κεφάλι. Κοντά στο ναό ήταν το τετράστυλο, μια ορθογώνια πύλη με κολώνες όπου βρίσκονταν τα καθίσματα των ιερέων για τα συμπόσια που ακολουθούσαν τις τελετές.
Κάθε χρόνο, από την εποχή του Αυγούστου, συντάσσονταν το πρωτόκολλα των τελετών, σε επιγραφές, στον στυλοβάτη του ναού και σε άλλα μέρη και αργότερα σε μαρμάρινες πινακίδες από τις οποίες έχουν διασωθεί γύρω στις εκατό, οι οποίες διατηρούνται κυρίως στο Εθνικό Ρωμαϊκό Μουσείο και μερικές στο Μουσείο του Βατικανού.
Χάρη σ’ αυτές τις πληροφορίες, που πολύ συνοπτικά εκτέθηκαν σε αυτό το άρθρο, μπορεί ο σύγχρονος μελετητής της αρχαίας εσωτερικής παράδοσης να έρθει σε επαφή με εκείνες τις αρχέγονες μυστηριακές λατρείες που ανήκουν σ’ ένα παρελθόν γεμάτο γοητεία και μαγεία, όπου η θέση του ανθρώπου βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με το περιβάλλον του, την κοινωνία, τη Μητέρα Φύση και τις θείες Δυνάμεις, το γεμάτο ζωή και μεγαλοπρέπεια παρελθόν του Ρωμαϊκού Πολιτισμού.