Η 7η Τέχνη: Η 6η Αίσθηση

Σκηνοθεσία: M. Night Shyamalan
Παραγωγή: Kathleen Kennedy, Frank Marshall, Barry Mendel
Σενάριο: M. Night Shyamalan
Παίζουν: Bruce Willis, Haley Joel Osment, Toni Collette, Olivia Williams

Η Ανατολική φιλοσοφία διδάσκει ότι ο άνθρωπος, αφού πεθάνει, περνάει σε έναν τόπο που ονομάζεται Κάμα Λόκα (σανσκριτικά). Είναι ένας τόπος που προσφέρει στην ψυχή τη δυνατότητα να βιώσει όλα αυτά που επιθυμεί, ή μάλλον επιθυμούσε όσο ήταν εν ζωή, με σκοπό είτε να λυτρωθεί από την επιθυμία είτε να λάβει ένα μάθημα για το πόσο μάταιο ήταν αυτό που την απασχολούσε. Για αυτό και η μετάφραση αυτής της ονομασίας είναι κάμα = επιθυμία και λόκα = τόπος, δηλαδή τόπος επιθυμιών.

Η Έκτη Αίσθηση είναι μια ταινία με πολλές αναζητήσεις όσον αφορά στη σχέση της ζωής με τον θάνατο. Μας παρουσιάζει πόσο δυσδιάκριτα είναι πολλές φορές τα σύνορα μεταξύ αυτών των δύο καταστάσεων, παρά τη διαφορετική άποψη του κόσμου. Πρόκειται για ένα πανέξυπνο σενάριο διανθισμένο όμως με πολλές Ανατολικές εσωτερικές παραδόσεις γύρω από το θέμα του θανάτου.

Ας το δούμε λοιπόν από κοντά.

Ένα μικρό παιδί έχει έντονες φοβίες και άγχη, βλέπει τριγύρω του φαντάσματα, ψυχές πεθαμένων που προσπαθούν να του πουν κάτι και τραυματίζεται συνεχώς ψυχολογικά και σωματικά από αυτές. Θα τον βοηθήσει όμως ένας ψυχολόγος, ο οποίος στο τέλος αποκαλύπτεται ότι είναι νεκρός.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το στοιχείο ότι στην αρχή της ταινίας ο πρωταγωνιστής-γιατρός πυροβολείται από έναν πρώην ασθενή του τη στιγμή που χαίρεται για ένα βραβείο που του έχουν απονείμει. Κι ενώ εμείς θεωρούμε ότι μετά την επίθεση έχει πεθάνει, βλέπουμε ότι αυτός ζει στο σπίτι του, συνεχίζει να εργάζεται, να συγκατοικεί με τους οικείους του. Μόνο στο τέλος της ταινίας θα συνειδητοποιήσουμε, μαζί με τον πρωταγωνιστή, ότι αυτός στην πραγματικότητα έχει πεθάνει. Και τότε εξηγούνται με αριστουργηματικό τρόπο όλες οι λεπτομέρειες που θα έπρεπε να μας κάνουν να υποψιαστούμε ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά τις οποίες δεν προσέξαμε, όπως για παράδειγμα, το πόμολο μιας πόρτας που δεν μπορούσε να γυρίσει, το γεγονός ότι η γυναίκα του ποτέ δεν συνομιλούσε μαζί του κ.ά.

Ακριβώς το ίδιο κάνει και η ψυχή, σύμφωνα με την παράδοση. Βλέπει μεμονωμένα πράγματα και καταστάσεις από όσα θέλει να δει, από όσα έχει ανάγκη να δει. Τα συνδέει μεταξύ τους και αφαιρεί όσα θα την οδηγούσαν να δει την αλήθεια. Με αυτόν τον τρόπο κερδίζει σταδιακά χρόνο, ώστε να περάσει με αργό ρυθμό από την άγνοια στη γνώση του θανάτου, όταν αυτή θα είναι έτοιμη. Έτσι αποφεύγει να υποστεί ένα ξαφνικό σοκ.

Σύμφωνα όμως με όσα μας λέει η Ανατολική παράδοση, το Κάμα Λόκα δεν είναι ο τελικός προορισμός. Αφού ξεπεράσει αυτήν τη φάση και λυτρωθεί από αυτά που την έδεναν με τη Γη, η ψυχή ανεβαίνει στο επόμενο «επίπεδο», το οποίο ονομάζεται Δεβακάν, κάτι σαν τον αντίστοιχο χριστιανικό Παράδεισο. Στην ταινία ακούμε για τη γιαγιά του παιδιού, η οποία είναι και αυτή πεθαμένη, αλλά δεν τη βλέπουμε, επειδή βρίσκεται σε τόπο όπου είναι ευτυχισμένη και επικοινωνεί από εκεί, σύμφωνα με τα λεγόμενα του παιδιού-μέντιουμ.

Αυτή η περίπτωση του παιδιού-μέντιουμ είναι άλλο ένα ενδιαφέρον σημείο της ταινίας. Βλέπουμε ότι αυτό που πολλοί θεωρούν χάρισμα, η ικανότητα να βλέπει κανείς πέρα από τα φαινόμενα και τον υλικό κόσμο, έχει πολύ τραυματικές συνέπειες όταν εκφράζεται σε έναν κόσμο σαν το δικό μας. Έναν κόσμο δηλαδή απόλυτης υλιστικής νοοτροπίας που έχει την πιο ακραία άγνοια για τον αόρατο κόσμο. Οι φίλοι του τον χλευάζουν και φτάνουν σε σημείο να τον βασανίσουν, μια και συνήθως οι άνθρωποι φοβούνται ό,τι δεν καταλαβαίνουν και γίνονται επιθετικοί. Αυτό έχει τραυματικές συνέπειες και για την οικογένεια του παιδιού, που αδυνατεί να αναγνωρίσει την κατάστασή του, φοβάται και ανησυχεί για αυτήν την «διαφορετικότητα» και το χειρότερο είναι ότι δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να βοηθήσει.

Το πραγματικό όμως τίμημα ενός πολιτισμού που δεν παραδέχεται ό,τι αδυνατεί να αποδείξει εργαστηριακά, το πληρώνει ο μικρός ήρωας της ταινίας που ντρέπεται, φοβάται και δεν μπορεί ούτε ο ίδιος να εξηγήσει αυτό που του συμβαίνει.

Τελικά με τη βοήθεια του φαντάσματος-ψυχιάτρου (έχει πραγματικά περίεργο χιούμορ ο σεναριογράφος) θα καταφέρει να βρει τον εαυτό του, να αποδεχτεί την ιδιαιτερότητά του και να καταλάβει την αιτία όλων αυτών. Το αποτέλεσμα είναι να χρησιμοποιήσει στο εξής τις ικανότητές του για να κάνει καλό. Αυτή είναι η σημαντική συμβολή του ψυχιάτρου, ο οποίος ως ζωντανός, παρ’ όλους τους επαίνους και παρ’ όλη την καλή του διάθεση, είχε αποτύχει να βοηθήσει κάποιον σε βάθος. Ίσως να μην ήταν πραγματικά δικό του το φταίξιμο που σε όλη του τη ζωή, ενώ αποκτούσε ισχυρά πτυχία, του διέφευγε το πιο ισχυρό θέμα, που είναι η σχέση του ανθρώπου με το θάνατο. Διότι αν πραγματικά θεωρήσουμε ότι η ψυχή είναι αθάνατη, πώς μπορεί να τη γνωρίσει και να μάθει τα μυστικά της κάποιος που δεν αντιλαμβάνεται αυτήν την αθανασία; Ή στην καλύτερη περίπτωση δεν τον απασχολεί;

Στο τέλος όμως έρχεται η λύτρωση. Δύο ψυχές ταλαιπωρημένες -μία ζωντανή και μία πεθαμένη- βγαίνουν θαρρείς χέρι χέρι νικητές από τον πόλεμο με την άγνοια και τον φόβο. Και παρότι η ταινία αγγίζει και τους πιο τρομακτικούς μας εφιάλτες, βγαίνουμε από την κινηματογραφική αίθουσα ικανοποιημένοι, έχοντας την αίσθηση ότι όλα αυτά που μας άγγιξαν θα απασχολήσουν για αρκετές μέρες το νου μας και ίσως ποιος ξέρει… και την ψυχή μας.

Εκτύπωση

Από το ίδιο Τεύχος

Περισσότερα Άρθρα Η 7η ΤΕΧΝΗ

×