Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν

Ο Beethoven, εξέχουσα φυσιογνωμία της μουσικής, μας άφησε το πλούσιο έργο του, που αντανακλά την πορεία και τη διακύμανση της ζωής του. Η ψυχή του ξετυλίγεται στις νότες, σαν μουσικό πάθος, μέσα στη χαρά, στην λύπη, στη μελαγχολία και στον ενθουσιασμό. Ο “κουφός” συνθέτης ξεπέρασε δυσκολίες, ξεπέρασε πάνω από χίλια εμπόδια για να δώσει στους ανθρώπους την ομορφιά που με μαγικό τρόπο μπόρεσε να αγγίξει και να εκφράσει η ψυχή του.  

                        Ludwig Van Beethoven

Να κάνει κανείς το καλό που μπορεί, να αγαπά την ελευθερία περισσότερο από κάθε άλλο. Αν ακόμη βρεθεί μπροστά σε ένα θρόνο, ποτέ να μην προδώσει την αλήθεια.

L.V. Beethoven

Γεννήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1770 στη Βόνη. Γιος ενός μέθυσου τενόρου, ο οποίος, μιμούμενος τον πατέρα του Mozart θέλησε να μεταμορφώσει σε παιδί θαύμα το μικρό Ludwig εκμεταλλευόμενος την πρόωρη ιδιοφυία του. Σε ηλικία τεσσάρων χρόνων τον έσπρωξε στη μελέτη του πιάνου και στα 8 του άρχισε την καριέρα του σαν δεξιοτέχνης. Εκτός του πιάνου μελέτησε όργανο και βιόλα.

Αν και ασχολήθηκαν με τον μικρό Ludwig αρκετοί μουσικοί (ένας βιολιστής, ένας τενόρος, ένας συνθέτης και δύο οργανίστες) την φιλολογική του παιδιά τη χρωστούσε μονάχα στην περιέργεια του και στο πάθος του αυτοδίδακτου. Απέκτησε σύντομα τη φήμη του αυτοσχεδιαστή, φήμη που επισκίασε τα προσόντα του σαν εκτελεστή.

Το 1787 φεύγει από τη Βιέννη με οικονομική υποστήριξη από τον κόμη Βάλτσαιν για να παρακολουθήσει μαθήματα με τον Μozart. Ο θάνατος όμως της μητέρας του, που τον έφερε πίσω στη Βόννη, δεν επέτρεψε την πραγματοποίηση αυτού του σχεδίου. Αυτόματα έγινε και ο αρχηγός της οικογένειας. Είναι υποχρεωμένος να αγωνίζεται ενάντια στη σπατάλη του πατέρα του. Το φορτίο είναι βαρύ.

Το 1792 τον ξαναβρίσκουμε στην Βιέννη. Ο Mozart όμως έχει πεθάνει. Την μουσική του εκπαίδευση την αναλαμβάνουν τώρα οι Haydn, Scheuk, Salieri και Albrechtberger.

Ο Beethoven αντιπροσωπεύει ένα κράμα από αλληλοσυγκρουόμενες αρετές και ελαττώματα. Τρυφερός και χυδαίος, ευαίσθητος και αγροίκος, ιδεαλιστής και υλιστής, Απόστολος της πανανθρώπινης συναδέλφωσης αλλά και αδιόρθωτος μισάνθρωπος. Επιθετικά φιλελεύθερος, που δεχόταν πειθήνια τις ευεργεσίες των αριστοκρατών μαικήνων του, αυστηρός ηθικολόγος που παραπατούσε στα καπηλειά, πλάσμα τρυφερό και ακοινώνητο.

Κάποιος σύγχρονος του μιλάει για τα “γλυκά μάτια του” και την “πονετική έκφρασή τους“. Όταν επρόκειτο να αυτοσχεδιάσει μεταμορφωνόταν. ” Οι μυς του προσώπου έβγαιναν έξω, οι φλέβες εξογκώνονταν, το στόμα έτρεμε“. Ειπώθηκε ότι ήταν ένα σαιξπηρικό πρόσωπο, ένας βασιλιάς Ληρ.

Στη Βιέννη εγκαταστάθηκε μόνιμα. Λίγα χρόνια μετά γράφει στο σημειωματάριο του: “Θάρρος. Παρόλες τις λιποψυχίες μου η μεγαλοφυΐα μου θα θριαμβεύσει. Τα εικοσιπέντε μου χρόνια, ορίστε, τα έχω. Πρέπει κατά το έτος αυτό, ο άνθρωπος που έχω μέσα μου να αναδειχθεί τέλεια“.

Αυτή την εποχή ο Beethoven γράφει κάποια έργα τα οποία μπορούμε να πούμε ότι ανήκουν στην πρώτη τεχνοτροπία του. Ανάμεσα σε ένα πλήθος ασήμαντων έργων (αν μπορούμε να πούμε ασήμαντα τα έργα αυτού του γίγαντα της μουσικής) γράφει κάποια αριστουργήματα όπως: Τρία Τρίο, για πιάνο-βιολί-βιολοντσέλο έργο 1, τρεις Σονάτες για πιάνο έργο 2, 1 κουιντέτο για έγχορδα έργο 4, δύο σονάτες για πιάνο και βιολοντσέλο έργο 5, την μεγάλη σονάτα για πιάνο έργο 7, το μεγάλο κονσέρτο για πιάνο, τη συμφωνία νούμερο 1 και άλλα.

Η αποκάλυψη του στο κοινό έγινε με τη συναυλία που δόθηκε στις 2 Απριλίου 1800. Η επιτυχία του ήταν μεγάλη. Σε αυτή την περίοδο της “Πρώτης τεχνοτροπίας” βλέπουμε ότι ο Beethoven είναι επηρεασμένος από τον Haydn και τον Mozart. Η μουσική του είναι περισσότερο κοσμική, επιδεικτική. Αφήνει να παρασύρεται από την αντίληψη που επικρατούσε τότε για τη μουσική, ότι αυτή ήταν μόνο για ψυχαγωγία.

Όπως σημειώνει όμως και ο Λανδορμύ “Σε μερικές συνθέσεις αυτής της περιόδου, ιδίως τις σονάτες του για πιάνο έργο 10, νούμερο 1 και νούμερο 3, βρίσκει κανείς τον μεγάλο Beethoven, τον βαθύ, τον σοβαρό, τον περιφρονούντα τον συρμό, τον γράφοντα μόνο για τον εαυτό του και τον εξ ολοκλήρου κινούμενο με τον επιτακτικό χαρακτήρα του, την ανήσυχη φύση του, την πλούσια φαντασία του“.

Μετά την πρώτη μεγάλη επιτυχία του, το μέλλον διαγραφόταν φωτεινό. Δυστυχώς, για αυτόν το μεγάλο σύνθετη, τρία χρόνια αργότερα άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι γίνεται κωφός. Δυστυχισμένος και απελπισμένος σε σημείο να καταριέται την ύπαρξή του, γράφει στους δύο του φίλους, τον δόκτορα Wegeler και τον ιερέα Amenda: “Θέλω να αψηφήσω την τύχη μου υπάρχουν όμως στιγμές της ζωής μου, που θεωρώ τον εαυτό μου το πιο τιποτένιο πλάσμα του Θεού“.

Εκτός από την κώφωση του, στην περίοδο αυτή περνάει και μία ερωτική απογοήτευση. Ο Wegeler λέει ότι ουδέποτε γνώρισε τον Beethoven χωρίς κάποιον έρωτα στην καρδιά του και ότι οι έρωτες του αυτοί ήταν όλοι δυστυχείς. Η Juliet Guicciardi, που θεωρείται από πολλούς βιογράφους του Beethoven σαν η “Aθάνατη πολυαγαπημένη”, απαρνιέται τον έρωτά του και παντρεύεται τον κόμη του Gallenberg. Η απελπισία του είναι μεγάλη. Του έρχεται η ιδέα να αυτοκτονήσει και γράφει την περίφημη διαθήκη του Heilihgenstad, όπου διαλαλεί τον πόνο του στους ανθρώπους, τη φύση και το Θεό.

Παρόλη την απελπισία του συνέρχεται ξανά. Γράφει στον Wegeler: “Η νεότητα μου, το αισθάνομαι, μόλις τώρα αρχίζει. κάθε μέρα να με φέρνει πλησιέστερα στο σκοπό που διαβλέπω, χωρίς να μπορώ να τον καθορίσω. Θέλω να αρπάξω το πεπρωμένο από το λαιμό. Δεν θα κατορθώσει να με λυγίσει καθ’ ολοκληρία“.

Οι εναλλαγές αυτές, απελπισίας και εμπιστοσύνης φαίνονται στις σονάτες για πιάνο έργο 27 νούμερο 1 και νούμερο 2, έργο 28, έργο 31 νούμερο 1, νούμερο 2, νούμερο 3. Το 1803 γράφει την δεύτερη συμφωνία του, στην οποία φαίνεται να βγαίνει οριστικά νικητής από την κρίση και ότι είναι πανίσχυρη η θέληση του για ζωή και χαρά.

Σε όλα τα έργα της εποχής αυτής, συναντά κανείς ρυθμούς ηρωικούς και πολεμικούς. Οι πολεμοχαρής αυτή μουσική εμπνεόταν από τα γεγονότα. Η επανάσταση πλησιάζει στη Βιέννη. Ένας από τους έμπιστους του, ο Schindler, γράφει: “Ο Beethoven ήταν φίλο δημοκρατικός και οπαδός της απεριόριστης ελευθερίας και της εθνικής ανεξαρτησίας. Ήθελε όλοι να συμβάλλουν στη διοίκηση του κράτους. Για τη Γαλλία ήθελε την καθολική ψηφοφορία, με την ελπίδα ότι ο Βοναπάρτης θα την εγκαθιστούσε, αποκαθιστώντας με αυτό τον τρόπο τα θεμέλια της ανθρώπινης ευτυχίας“.

Απορροφημένος από αυτά, γράφει μία νέα συμφωνία με τίτλο “Βοναπάρτης” (1802-1804). Είχε τελειώσει το έργο, όταν έμαθε τη στέψη του Ναπολέοντα. “Λοιπόν και αυτός είναι ένας κοινός άνθρωπος“, είπε. Έσκισε την αφιέρωση και έγραψε το νέο αυτό τίτλο Sinfonia eroica composta per festeggiare il son venire di un grand uomo (Ηρωική συμφωνία προς πανηγυρισμό της μνήμης ενός μεγάλου Ανδρός).

Με την ηρωική συμφωνία καθορίζεται οριστικά η δεύτερη τεχνοτροπία του. Υποκύπτει στην ανάγκη της εξομολόγησης μέσα από το έργο του. Τι νιώθει βλέποντας να κυλάει ένα ρυάκι, να χορεύουν οι χωρικοί ή να ξεσπά μία καταιγίδα. Τι σκέφτεται για την ένδοξη μοίρα ενός ήρωα. Καλεί τους κατοίκους του πλανήτη να σμίξουν σε μία αδελφική τρυφερότητα. Ο Beethoven πλημμυρίζει με πάθος το παραμικρό ρυθμικό σχήμα, πλουτίζει την καθεμιά από τις φράσεις του με ένα στοιχείο παθητικό, τις εξωθεί σε πυρετικές συγκρούσεις, διατηρεί μέσα τους μια εσωτερική φλόγα και μια ανθρώπινη ζεστασιά. Ο μουσικός του λόγος, πάντα γνώριμος και προσιτός χάρη στην κλασική του αρχιτεκτονική εξηγεί την αυθόρμητη ευγνωμοσύνη του πλήθους για έναν ρήτορα που η απλή, ρωμαλέα και άμεση ευγλωττία του χρησιμοποιεί ένα ιδίωμα τέλειο στη σαφήνεια του. Ο Beethoven ενσαρκώνει το στίχο του Andre Cheurie “Πάνω σε σκέψεις καινούργιες ας φτιάξουμε στίχους αρχαίους“.

Παραμένοντας στην περίοδο της δεύτερης τεχνοτροπίας του, βρίσκουμε το σύνθετη να καταπιάνεται με τη σύνθεση της μοναδικής του όπερας, του Findelio. Η υπόθεση είναι η εξής: ο Φλορεστάν κατακρατείται άδικα σε ένα δεσμωτήριο όπου κινδυνεύει να πεθάνει από πείνα. Η σύζυγος του, Ελεονώρα, μεταμφιέζεται σε άνδρα και κατορθώνει να προσληφθεί σαν υπηρέτης του δεσμοφύλακα. Κατορθώνει να σώσει το σύζυγό της και να πετύχει την καταδίκη του Πίζαρο, διευθυντή της φυλακής, ο οποίος είναι ένοχος για τα εγκλήματα που αποδόθηκαν στον Φλορεστάν.

Η πρεμιέρα του Findelio δόθηκε στις 20 Νοεμβρίου του 1805. Η ψυχρή υποδοχή του κοινού και του τύπου ανάγκασε τον Beethoven να διακόψει την παράσταση στην τρίτη πράξη. Στις 29 Μαρτίου 1806 ο Findelio παραστάθηκε και πάλι αλλά με δύο πράξεις και με νέα εισαγωγή, (Νο 3), η οποία θεωρείται η πιο ωραία από όλες. Πάλι όμως αποτυχία. Ο τύπος όμως κατέκρινε περισσότερο το λιμπρέτο. Το 1814, τελείως ανακαινισμένη η όπερα Findelio και στη μουσική και στο λιμπρέτο εξασφαλίζει τη διαρκή επιτυχία.

Πηγαίνοντας λίγο πίσω χρονολογικά, το 1806 βρίσκουμε τον Beethoven να μένει στο Troppau, στη φιλική οικογένεια των Brunswick, αποθαρρημένος από την αποτυχία της όπερας του. Πάλι όμως ανακτά το θάρρος και την πίστη του. Σε αυτό συνέβαλε η Tereza Brunswick με την οποία αρραβωνιάστηκε τον Μάιο του 1806. Η Τερέζα γίνεται την περίοδο αυτή η πηγή έμπνευσης του. Γράφει μερικά από τα αριστουργήματα του, όπως οι σονάτες για πιάνο, Appassionata (1807), Sonata έργο 78 (1809), τη συμφωνία σε Do ελάσσονα (1808) και την Ποιμενική συμφωνία (1808).

Γράφει ο Beethoven στην Τερέζα: “Οι ιδέες μου συγκεντρώνονται σε σένα, ω αθάνατη πολυαγαπημένη μου, κάποτε χαρωπές, κατόπιν μελαγχολικές και ρωτούν το πεπρωμένο για να μάθουν αν θα μας εισακούσει“.

Ούτε αυτή η ένωση πραγματοποιήθηκε. Έμειναν όμως και οι δύο πιστοί μεταξύ τους ως το τέλος της ζωής τους. Στις συμφωνίες του ο Beethoven διηγείται τη δική του ιστορία. Μας λέει τον ενθουσιασμό του για τον Βοναπάρτη και την επανάσταση, την ευτυχία του γιατί αγαπιέται, τη νίκη του κατά του πεπρωμένου. Στην έκτη του συμφωνία μας μιλάει για τη φύση, που τόσο αγαπούσε.

Το 1810 χωρίζει οριστικά από την Τερέζα. Το 1812 γνωρίζεται με τον Γκαίτε μέσω της Bettina Brentano, φίλης του Γκαίτε. Όταν η Brentano γνώρισε τον Beethoven έγραψε στον Γκαίτε: “όταν τον είδα για πρώτη φορά με έκανε να ξεχάσω τον κόσμο, και σένα ακόμα. Δεν νομίζω πως απατώμαι βεβαιώνοντας ότι ο άνθρωπος αυτός είναι πολύ-πολύ μπροστά από το νεότερο πολιτισμό“.

Όταν όμως ο Beethoven και ο Γκαίτε συναντήθηκαν στο Toeplitz δεν κατάλαβαν ο ένας τον άλλον. Στο Toeplitz ο Beethoven γράφει την 7η και 8η συμφωνία του. Σύμφωνα με τον Βάγκνερ η 7η συμφωνία είναι το ποίημα του χορού. Ο Weber την έκρινε αυστηρά. Ο ίδιος ο συνθέτης γράφει: “είμαι ο Βάκχος που στύβει το ιδανικό νέκταρ για την ανθρωπότητα. Εγώ δίνω στους ανθρώπους τη θεία φρενίτιδα του πνεύματος“. Ο Λανδορμύ γράφει ότι στην άγρια αυτή φαιδρότητα του Beethoven βρίσκει κανείς τους φλαμανδούς προγόνους του.

Η 8η συμφωνία του, είναι γεμάτη από μέθη και φαντασία. ο γίγαντας παίζει παιδικά παιχνίδια με αθωότητα και από καιρό σε καιρό μας υπενθυμίζει με κάποια φωνή ή με κάποια χειρονομία, τα πάθη του και τη δύναμή του. Για πολύ καιρό θεωρούσαν τη συμφωνία αυτή σαν κάτι το διασκεδαστικό χωρίς σημασία. Και είναι ο Βάγκνερ πάλι που συντέλεσε ώστε να πάρει τη θέση που της άξιζε. το 1814 σημειώνει το απόγειο της δόξας του Beethoven. Στο συνέδριο της Βιέννης όλοι οι πρίγκιπες της Ευρώπης του εκδηλώνουν τον σεβασμό τους. Είναι ο επίσημος μουσικός.

Πάλι όμως δεν κρατάει αυτή η χαρά. Ο αρχιδούκας Rodolfo, ο πρίγκιπας Lobkowitz και ο πρίγκιπας Kinsky που είχαν αναλάβει την οικονομική του στήριξη, πέθαναν σε σύντομο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να υποφέρει από έλλειψη χρημάτων. Το 1818 γράφει: “κατάντησα να φτάσω μέχρι την επαιτεία και όμως είμαι αναγκασμένος να υποκρίνομαι ότι δεν έχω ανάγκη. Η σονάτα έργο 106 γράφτηκε κάτω από καταθλιπτικές συνθήκες. Είναι πολύ βαρύ να εργάζεται κανείς με σκοπό να κερδίζει το ψωμί του“. Εκτός από την άθλια οικονομική του κατάσταση βρίσκεται και σε μεγάλη ηθική κατάπτωση εξαιτίας της απάρνησης των παλιών του φίλων. Γράφει ο ίδιος: “δεν έχω διόλου φίλους και είμαι μόνος στον κόσμο“.

Μέσα από αυτές τις καταστάσεις περνάει στην περίοδο της Τρίτης τεχνοτροπίας του. Είναι πλέον ένας Beethoven οριστικά αποτραβηγμένος από τον κόσμο και από τον εαυτό του. Δεν επιζητά καμία επιτυχία, καλλιεργεί την τέχνη του χωρίς να ενδιαφέρεται για οποιαδήποτε ξένη επιδοκιμασία. Τελείως θαμένος μέσα στη δυστυχία και την ταλαιπωρία του αλλά καρτερικός, γελαστός, με μια μελαγχολία χωρίς εξέγερση και κάποτε εξυψωμένος ως την πιο ήρεμη χαρά με μία εξαιρετική προσπάθεια θέλησης.

Πολλοί προσπάθησαν να τον δελεάσουν για να συνθέσει έργα με την προηγούμενη τεχνοτροπία του. Απορρίπτει τις προτάσεις αυτές: “εμπρός μου έχω το φθινόπωρο της ζωής μου. Θέλω να μοιάσω στα γόνιμα εκείνα δέντρα, που φτάνει κανείς να τα κουνήσει για να πέσει βροχή από ώριμους και εύχυμους καρπούς“.

Ο Beethoven στις συνθέσεις αυτής της περιόδου δίνει στη σκέψη του μορφή πιο αόριστη για να μας κρατήσει μετέωρους και για να συνδέσει καλύτερα τις εντυπώσεις μας. Βρίσκεται ήδη στο δρόμο εκείνο που αργότερα ο Βάγκνερ θα ονομάσει “Άπειρη μελωδία”.

Επαναφέρει στις σονάτες του τη  φούγκα ή το φουγκάτο, ύφος το οποίο ήταν νεκρό από την εποχή ενός άλλου γίγαντα της μουσικής του J.S. Bach. Η χρήση της φούγκα είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική στις σονάτες έργο 106 και έργο 110. 

Κοντά στο αυστηρό ύφος της φούγκας συναντάμε στις σονάτες για πιάνο και στην 9η συμφωνία σελίδες αγνού ‘ρετσιτατίβου’ ενόργανου, με κάποιο είδος αυτοσχέδιου χαρακτήρα απαγγελίας. Οι αφηγήσεις αυτές εντείνουν το δραματικό χαρακτήρα των έργων όπου ο συνθέτης- συγγραφέας εκθέτει τα “κάθε αυτόν” και σκηνοθετεί την τραγωδία της εσωτερικής του ζωής. 

Τέλος, ο Beethoven δημιουργεί ένα είδος ανάπτυξης, την οποία ονόμασαν μεγάλη παραλλαγή και  η οποία εφαρμόζεται θαυμάσια στον σκοπό του, να απορρίπτει δηλαδή κάθε εμπόδιο και να γράφει με πλήρη ελευθερία.

Το 1803, ο Beethoven καταπιάνεται με τη σύνθεση της ένατης συμφωνίας. Σε αυτή τη συμφωνία έβαλε τον “Ύμνο στη Χαρά” του Schiller και στο τέλος τις ανθρώπινες φωνές. Με τη συμφωνία αυτή υμνεί τη χαρά που νίκησε τη λύπη, τη χαρά που απελευθερώνει τον άνθρωπο και τον φέρνει κοντά στον θεό.

Από το 1815 έως το 1826 ο Beethoven γράφει κάποια αριστουργήματα όπως οι 5 τελευταίες σονάτες για πιάνο, έργο 101, έργο 106, έργο 109, έργο 110, έργο 111. Τη λειτουργία σε Re έργο 123, την 9η συμφωνία έργο 125, τα έξι τελευταία κουαρτέτα έργο 127, έργο 132, έργο 133, έργο 130 νούμερο 13 και νούμερο 14, έργο 135.

Σχεδίαζε να γράψει ένα σωρό έργα ακόμη. Σώθηκαν μερικοί σύντομοι αυτοσχεδιασμοί μιας συμφωνίας, της 10ης, η οποία θα άρχιζε με θρησκευτικά άσματα κατά τον αρχαίο τρόπο και θα τελείωνε με μία Βακχική εορτή.

Ο Κρίστοφερ Σμωλ λέει: “Ο Beethoven στα τελευταία του χρόνια, υπήρξε ο μόνος από τους σύγχρονους του που γύρισε την πλάτη του στον κεντρικό μύθο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ψάχνοντας με πάθος για νέες κατευθύνσεις, προς νέους κόσμους. Κόσμους που δεν μπορούσε να διακρίνει παρά μόνο αμυδρά, όπου οι έννοιες του χρόνου, της δύναμης και της σύγκρουσης δεν είχαν κανένα νόημα“.

Πέθανε στις 26 Μαρτίου 1827, μετά από ταλαιπωρία τριών μηνών, από αρρώστιες που τον είχαν εξασθενήσει, μια μέρα καταιγίδας, με χιονοθύελλα και βροντές κεραυνών.

 

Ετικέτες: Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν
Εκτύπωση

Από το ίδιο Τεύχος

Περισσότερα Άρθρα TEXNH

Σχετικά Άρθρα