Ραβδοσκοπία: Η κρυφή τέχνη της αναζήτησης

 

Κάποτε, όχι πολλά χρόνια πριν, η εικόνα ενός ανθρώπου που περπατούσε κρατώντας ένα διχαλωτό ξύλο και έψαχνε για νερό ήταν πολύ οικεία. Θα τη συναντούσαμε σε διάφορα μέρη του κόσμου και σίγουρα στη χώρα μας, όπου ο συγκεκριμένος άνθρωπος ασκούσε ουσιαστικά ένα λειτούργημα υποδεικνύοντας όχι μόνο πηγές ζωής αλλά και τόπους κατάλληλους για να χτιστούν ναοί και πόλεις.

Απλή εξηγήσιμη μέθοδος ή ιδιαίτερη ανθρώπινη ικανότητα, η ραβδοσκοπία εξακολουθεί να χρησιμοποιείται έως τις μέρες μας και να προξενεί το ενδιαφέρον ερευνητών, καθώς και του ευρύτερου κοινού που επιθυμεί να γνωρίσει τα μυστικά αυτής της μεθόδου.

Η πορεία της ραβδοσκοπίας στον χρόνο

Ραβδοσκοπία, ή αλλιώς ραβδομαντεία, ονομάζεται η τέχνη με την οποία μπορεί κάποιος να ανακαλύψει υπόγεια φυσικά στοιχεία ή αντικείμενα, καθώς και να αντλήσει πληροφορίες σχετικά με κάποιο θέμα. Πρόκειται για μια τέχνη της οποίας η καταγωγή χάνεται στα βάθη του χρόνου ενώ τα ίχνη της φέρνουν στο φως αρχαιολογικές σκαπάνες σε ολόκληρο τον κόσμο.

Το 1949 Γάλλοι εξερευνητές ανακάλυψαν στις σπηλιές του Tassili στη βόρεια Αφρική μια τεραστίων διαστάσεων βραχογραφία ηλικίας τουλάχιστον 8.000 ετών, η οποία απεικονίζει έναν ραβδοσκόπο που ψάχνει για νερό με ένα διχαλωτό ξύλο μπροστά σε μια ομάδα θεατών. Στην ίδια περίπου περιοχή, και συγκεκριμένα σε ναό της Αιγύπτου που χρονολογείται από το 2000 περίπου π.Χ., βρέθηκαν απεικονίσεις Φαραώ που ραβδοσκοπούν ενώ στο Μουσείο του Καΐρου μπορεί κάποιος να θαυμάσει αρχαία κεραμικά εκκρεμή που αφαιρέθηκαν από πανάρχαιους τάφους. Γνωστή φαίνεται να ήταν και η ραβδοσκοπία στην Κίνα, καθώς μια εγχάρακτη απεικόνιση 2.500 χρόνων παρουσιάζει τον Αυτοκράτορα Yu να κρατάει ένα μηχανισμό που θυμίζει ραβδοσκοπικό εργαλείο.

Η Βίβλος αποτελεί μια καλή πηγή πληροφοριών, καθώς συχνά αναφέρεται η ραβδοσκοπία σαν μια ευρέως διαδεδομένη μέθοδος, την οποία έμαθαν οι Εβραίοι από τους Αιγύπτιους ιερείς. Τόσο ο Μωυσής όσο και ο γιος του Ααρών χρησιμοποιούσαν τη λεγόμενη «ράβδο», για να εντοπίσουν πηγές νερού. Επίσης, όπως διαβάζουμε στην Παλαιά Διαθήκη, οι προφήτες Ιεζεκιήλ και Σαμουήλ αναφέρονται στη ραβδοσκοπία ως ένα μέσο που χρησιμοποιούνταν στη Βαβυλώνα και σε άλλες περιοχές της Μέσης Ανατολής.

Στην Ελλάδα, οι πρώτες ιστορικές καταγραφές και καλλιτεχνικές απεικονίσεις εντοπίζονται στην Κρήτη περίπου το 400 π.Χ., ενώ ο Όμηρος αναφέρεται εκτεταμένα στη ραβδομαντεία. Θεωρείται από διάφορους ερευνητές πως το Κηρύκειο, ήταν αρχικά ένα σύμβολο ραβδομαντείας που αργότερα μετατράπηκε σε σύμβολο θεραπείας, χωρίς όμως να χάσει την αρχική του σημασία. Κι αυτό, επειδή υπήρχαν ποικίλοι τρόποι για να λάβει κάποιος θεϊκή βοήθεια σχετικά με τη διάγνωση και αντιμετώπιση μιας ασθένειας.

Επίσης, όπως αναφέρει ο Κικέρωνας, οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν τη ραβδοσκοπική ράβδο με στόχο την ανίχνευση νερού και μετάλλων. Όμως, φαίνεται πως είχαν ιδιαίτερα εξελίξει τη ραβδοσκοπική μέθοδο για να κατασκευάσουν τα περίπλοκα και μακριά οδικά τους δίκτυα, τα οποία σαν αιμοφόρα αγγεία έδιναν ζωή σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, συνδέοντας μεταξύ τους ακόμη και τις πιο απομακρυσμένες περιοχές. Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τις μηχανικές και κατασκευαστικές γνώσεις των Ρωμαίων. Το γεγονός ότι οι περισσότερες οδοί διασώζονται ανέπαφες μέχρι σήμερα και μάλιστα έχουν στηρίξει σύγχρονους δρόμους, καταδεικνύει ένα υψηλό επίπεδο γνώσης του εδάφους και υπεδάφους. Καθώς όμως ο γρήγορος ρυθμός κατασκευής δεν άφηνε το περιθώριο για χρονοβόρες πολεοδομικές μελέτες, πολλοί ερευνητές πιστεύουν ότι οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν τη ραβδομαντεία για να επιλέξουν τα κατάλληλα και πιο σταθερά σημεία, αλλά και για να χαράξουν ίσιους δρόμους ειδικά σε περιοχές τις οποίες δεν γνώριζαν καλά.  

Προχωρώντας στον χρόνο, συναντάμε ραβδοσκόπους στη Γερμανία του 14ου αιώνα, ενώ τον 17ο αιώνα διαβάζουμε τον Άγγλο φιλόσοφο και οπαδό του Διαφωτισμού John Locke, ο οποίος αναφέρεται σε ράβδους που οδηγούσαν στην εύρεση νερού και πολύτιμων ορυκτών. Ο 18ος και 19ος αιώνας μας προσφέρουν πλήθος πληροφοριών, καθώς υπάρχει μια πιο συστηματική καταγραφή αυτής της μεθόδου με τη συλλογή διαφόρων καλλιτεχνημάτων και γραπτών που αναφέρονται στην τέχνη αυτή. Ο λόγος ήταν καθαρά πρακτικός, αφού χρησιμοποιούσαν κι επίσημα τη ραβδοσκοπία με στόχο την εκμετάλλευση κοιτασμάτων χρυσού. Έτσι υπάρχουν σήμερα πάνω από 3500 εξειδικευμένα βιβλία σχετικά με το θέμα αυτό σε περίφημες βιβλιοθήκες, όπως είναι το Library of Congress, το Sterling Library του Yale και το Widener Library του Harvard.   

Είδη και μέσα ραβδοσκοπίας

Μια έρευνα σχετικά με αυτή την τέχνη θα μας δείξει ότι οι ονομασίες ποικίλουν ανάλογα με την εποχή και την περιοχή, όμως οι τεχνικές παραμένουν οι ίδιες.

Οι πιο γνωστές ραβδοσκοπικές μέθοδοι είναι οι εξής:

  1. Επιτόπια ραβδοσκοπία, στην οποία το άτομο παραβρίσκεται στην περιοχή που ερευνά με σκοπό να εντοπίσει κυρίως νερό, μεταλλεύματα, αρχαιολογικά αντικείμενα ή τάφους. Σε αυτήν την περίπτωση χρησιμοποιεί συνήθως ένα εργαλείο.
  2. Εξ αποστάσεως ραβδοσκοπία, όπου το άτομο καταδεικνύει τον στόχο από χιλιόμετρα μακριά, συχνά χωρίς τη χρήση κάποιου μέσου.
  3. Επί χάρτου ραβδοσκοπία, στην οποία το άτομο χρησιμοποιεί ένα εκκρεμές πάνω από έναν χάρτη ή μια φωτογραφία με στόχο να αντλήσει πληροφορίες για ένα χώρο ή άτομο.
  4. Πληροφοριακή ραβδοσκοπία, όπου το άτομο με ή χωρίς τη χρήση του εκκρεμούς δέχεται πληροφορίες πάνω σε ένα θέμα που επιθυμεί.

Το εργαλείο που χρησιμοποιείται συνήθως στην επιτόπια ραβδοσκοπία είναι μια ράβδος και πιο συγκεκριμένα ένα διχαλωτό ξύλο πλατύφυλλου δέντρου ή δύο κλαδιά ενωμένα σε κάποιο σημείο ώστε να έχουν σχήμα V. Ο ραβδοσκόπος περπατάει κρατώντας τα διχαλωτά άκρα με τις παλάμες προς τα πάνω κι έχοντας τη μονή άκρη στραμμένη προς την κατεύθυνση του ενδιαφέροντός του. Μόλις λοιπόν εντοπίσει κάτι, η ράβδος κινείται απότομα προς τα κάτω υποδεικνύοντας το συγκεκριμένο σημείο.

Εναλλακτικά το εργαλείο μπορεί να είναι ένα μονό ξύλο ή δύο μεταλλικές ράβδοι. Επίσης, σύμφωνα με προσωπική μαρτυρία κατοίκου Κρήτης, χρησιμοποιείται για τον εντοπισμό νερού και μια μεταλλική αλυσίδα που κρέμεται προς τα κάτω. Όταν ο ραβδοσκόπος φτάσει σε μια υπόγεια πηγή, η αλυσίδα αρχίζει να ταλαντεύεται με γρήγορο ρυθμό αριστερά και δεξιά.

Ένα άλλο μέσο είναι το εκκρεμές, το οποίο μπορεί να κατασκευαστεί εύκολα με διάφορα υλικά, όπως για παράδειγμα ένα φελλό, μια καρφίτσα και μια κλωστή. Ο ραβδοσκόπος προκαθορίζει αρχικά τη σημασία της κάθε κίνησης δίνοντας στο εκκρεμές τέσσερις δυνατότητες ή εναλλακτικές απαντήσεις. Για παράδειγμα, αν το εκκρεμές θα κινηθεί στις τέσσερις κατευθύνσεις του χώρου, κάθε κατεύθυνση θα σημαίνει «ναι», «όχι», «δεν ξέρω» και «δεν θέλω να απαντήσω». Στη συνέχεια ο ραβδοσκόπος θέτει την ερώτηση όσο το δυνατό πιο ξεκάθαρα και αναμένει την απάντηση που θα έρθει με την ταλάντωση προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ωστόσο, θεωρείται καλύτερο το να γίνει εκ των προτέρων η ερώτηση για το αν είναι η κατάλληλη στιγμή, ώστε να υπάρχει και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην απάντηση.

Ερμηνείες του φαινομένου

Παρόλο που συναντάμε τη ραβδοσκοπία στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, ήταν γύρω στο 19ο αιώνα που άρχισε μια πιο συστηματική προσπάθεια εξήγησης του φαινομένου. Μέχρι τότε είχε μεγαλύτερη σημασία το αποτέλεσμα της μεθόδου, ενώ η εξήγηση πως αποτελούσε ένα «θείο δώρο» ικανοποιούσε την πλειοψηφία των ανθρώπων. Σε αυτό το σημείο δεν πρέπει να ξεχάσουμε και μια μερίδα του εκκλησιαστικού κλήρου, η οποία αδυνατώντας να εξηγήσει τη ραβδοσκοπία, της απέδιδε δαιμονική προέλευση συντείνοντας στη γενικότερη καχυποψία και καλλιεργώντας ένα κλίμα φόβου. Όμως, καθώς ο δυτικός κόσμος άρχισε να μπαίνει στην επιστημονική ορθολογιστική φάση της ιστορίας του, πλήθυναν οι σκεπτικιστές και κατά συνέπεια οι ερμηνείες που κάλυπταν κι εξακολουθούν να καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα της ανθρώπινης γνώσης.

Σύμφωνα με μία εξήγηση του φαινομένου, ο ραβδοσκόπος ανιχνεύει τις διακυμάνσεις του μαγνητικού πεδίου που δημιουργούνται από την παρουσία στοιχείων ή πληροφοριών. Το μέσο που χρησιμοποιείται συγκεντρώνει τα μαγνητικά φορτία τα οποία αλληλεπιδρούν με τα μαγνητικά πεδία της γης θέτοντας σε κίνηση το μέσο αυτό. Διάφορα είναι τα πειράματα που πραγματοποιήθηκαν με στόχο τον έλεγχο της ερμηνείας αυτής. Ορισμένα είχαν αρνητικά αποτελέσματα, ενώ άλλα επιβεβαίωσαν την παραπάνω υπόθεση. Μια πιθανή εξήγηση των διφορούμενων αποτελεσμάτων είναι πως δύσκολα μπορεί κάποιος να πειραματιστεί σε ένα φυσικό φαινόμενο όταν εμπλέκεται άμεσα ο ανθρώπινος παράγοντας και ιδιαίτερα ο συνήθως σκεπτικιστής πειραματιστής, ο οποίος άθελά του επηρεάζει το αποτέλεσμα. Αν και η ερμηνεία αυτή είναι πιθανή, ωστόσο δεν εξηγεί με ποιόν τρόπο ο ραβδοσκόπος λαμβάνει μακρινές πληροφορίες όταν δεν εμπλέκεται το μαγνητικό πεδίο.

Όποια κι αν είναι τελικά η ερμηνεία της ραβδοσκοπίας, σημαντική φαίνεται να είναι η συμβολή του ατόμου που τη χρησιμοποιεί. Σύμφωνα με πληροφορίες που αντλήσαμε από τους σύγχρονους ραβδοσκόπους, τους οποίους ρωτήσαμε, τη μέθοδο αυτή μπορεί κάποιος να μάθει μέσα από μια διαδικασία συστηματικής εκπαίδευσης. Όμως δεν είναι μια απλή τεχνική, καθώς απαιτεί να γνωρίσουμε και να εναρμονιστούμε με τις ενέργειες που διέπουν το σύμπαν και κατά συνέπεια τον άνθρωπο. Η δυνατότητα βρίσκεται μέσα μας, σαν μια κρυμμένη δύναμη που περιμένει να την ανακαλύψουμε.

Ισως να μην έχει σημασία το ό,τι δεν μπορούμε να εξηγήσουμε το φαινόμενο αυτό. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε πως όταν ο Thomas Edison ερωτήθηκε για το τι είναι ο ηλεκτρισμός, εκείνος απάντησε:

«Δεν ξέρω, αλλά υπάρχει. Οπότε ας τον χρησιμοποιήσουμε!»

 

Βιβλιογραφία

 

 

Ετικέτες: Ραβδοσκοπία
Εκτύπωση

Από το ίδιο Τεύχος

Περισσότερα Άρθρα ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Σχετικά Άρθρα