Η θρησκεία της πόλης και η σημασία της ακρόπολης στην Αρχαία Ελλάδα

«…εκείνο το μέρος της ψυχής που μετέχει της ανδρείας και της ορμητικότητας, επειδή είναι φιλόνικο, το τοποθέτησαν πιο κοντά στο κεφάλι, ανάμεσα στις φρένες και τον αυχένα, για ν’ ακούει τη λογική και να συγκρατεί με τη βία τις επιθυμίες, κάθε φορά που αυτές αρνούνται να υπακούσουν εκούσια τις εντολές και τη λογική που προέρχονται από την ακρόπολη».

Στην ανακτορική κοινωνία της Μυκηναϊκής περιόδου το θρησκευτικό και διοικητικό κέντρο βρίσκονταν πάντοτε μέσα στην τοιχισμένη ακρόπολη, στο ανάκτορο του μονάρχη, που διηύθυνε συνολικά μία μεγάλη περιφέρεια με πολλά μικρά οικιστικά σύνολα. Αντίθετα η πόλη-κράτος των ιστορικών χρόνων, μαζί με την περιφέρειά της, αποτελούσε αυτόνομη πολιτική ενότητα με ένα κύριο μεγάλο οικισμό, στον οποίο από πολεοδομική άποψη κυριαρχούσε το ιερό της πολιούχου θεότητας και η αγορά με τα δημόσια οικοδομήματα[1].

Για τους αρχαίους Έλληνες, κάθε τόπος μπορεί να μετατραπεί σε χώρο λατρείας, να γίνει δηλαδή ένα ιερόν, αρκεί να αναγνωρίσουν οι Έλληνες στον χώρο αυτό ένα ιερό χαρακτήρα, ο οποίος πολλές φορές μπορεί να εντοπίζεται στην επιβλητικότητα του τοπίου ή στην παρουσία ενός τάφου ή οποιουδήποτε άλλου στοιχείου εκδήλωσης του θείου (βράχοι, δέντρα, πηγές…). Ο ιερός χώρος ήταν οροθετημένος, εξ ου και το ουσιαστικό τέμενος, από το ρήμα τέμνω (δηλαδή ιερά χώματα που διακρίνονται σαφώς από τα μη-ιερά).[2]

Ο ναός ήταν ο τόπος κατοικίας του θεού (ναίω σημαίνει κατοικώ). Οι ιερές εικόνες του θεού, τα αγάλματα στέκονταν ή κάθονταν στο εσωτερικό. Πιθανόν εκεί φυλάσσονταν και άλλα αντικείμενα που ανήκουν στη θεότητα και της έχουν αφιερωθεί ως προσφορές. Ο Παρθενώνας για παράδειγμα, πάνω στην Ακρόπολη των Αθηνών, στέγαζε το μεγάλο χρυσελεφάντινο άγαλμα, της ένοπλης Αθηνάς Παρθένου, ύψους 11,5 μέτρων, έργο του γλύπτη Φειδία. Πολύ περισσότερο απ΄ όσο πίστευαν κάποτε οι μελετητές, οι αρχαίοι Έλληνες αντιμετώπιζαν αυτά τα αγάλματα ως είδωλα, ως μορφές στις οποίες μπορούσε στην κυριολεξία να ενοικήσει η θεότητα[3].

Οι αναφορές των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων για την ιδανική θέση ανέγερσης ναών και ιερών φανερώνουν μια επιθυμία για ύψος και επιβλητικότητα. Η αρχαιολογία επιβεβαιώνει ευρέως τα αρχαία κείμενα. Οι αρχαίοι Έλληνες προτιμούσαν να οικοδομούν ναούς μέσα ή κοντά στο κέντρο του άστεως (αγορά), σε φυσικά υψώματα, σε θέσεις πάνω από κοιλάδες και θάλασσες ή και ένα συνδυασμό, όλων των παραπάνω όπως στην Πριήνη[4].

Η έμφαση που δίνονταν στην επιβλητικότητα μιας θέσης δεν ερμηνεύεται μόνο ως αποτέλεσμα της ανάγκης προβολής της αλληλεγγύης και ταυτότητας μίας ομάδας ανθρώπων. Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ότι ένας υπερυψωμένος ναός ενέπνεε περισσότερο την προσευχή, δημιουργούσε αίσθημα ασφάλειας και ήταν “αγνός”. Ο Ξενοφών, στο έργο Σωκράτους Απομνημονεύματα (3,8,10) αναφέρει ότι: “…οι ναοί και βωμοί πρέπει να βρίσκονται πάνω σε λόφους, ώστε να είναι δυσπρόσιτοι αλλά και ορατοί σε όλους”. Γιατί, όπως λέει, είναι ωραίο να βλέπει κανείς το ναό από μακριά και να μπορεί να απευθύνει μια προσευχή. Στην κλασσική εποχή αυτό το βλέπουμε π. χ. στον Παρθενώνα που βρίσκεται στην Ακρόπολη των Αθηνών, στο ναό της Άρτεμης στον Πειραιά και στο ναό της Αθηνάς στην Πριήνη, που είναι χτισμένοι πάνω σε λόφους ή σε ψηλούς βράχους.

Ο Βιτρούβιος υπαινίσσεσαι έναν ακόμα λόγο, καθαρά θρησκευτικής φύσης. Σύμφωνα με το Ρωμαίο αρχιτέκτονα, οι κατοικίες των θεών «πρέπει να βρίσκονται στο υψηλότερο δυνατό σημείο, ώστε να έχει κανείς το πλεονέκτημα να βλέπει από εκεί τη συνολική έκταση των τειχών της πόλης».[5] Πιθανόν και οι αρχαίοι Έλληνες να πίστευαν κάτι αντίστοιχο. Οι οίκοι των πολιούχων θεών τους έπρεπε να μπορούν να επιθεωρούν αυτό που προορίζονταν να προστατεύουν. Και δεν υπάρχει άλλος τέτοιος χώρος σε μια πόλη, από την Ακρόπολη.

Η σημασία της Ακρόπολης

Η Ελληνική πόλις διαμόρφωνε τη θρησκεία και με τη σειρά της διαμορφώνονταν από αυτήν. Ήταν η «κύρια ιδεολογία» της πόλης, διαμορφώνοντας και νοηματοδοτώντας όλα εκείνα τα στοιχεία από τα οποία απαρτίζονταν η ταυτότητα της πόλης: το παρελθόν της, το φυσικό περιβάλλον και τη σχέση των συστατικών μερών της. Οι τελετουργίες ενίσχυαν τη συνεκτικότητα της ομάδας. Μεγάλο μέρος του ιδιαίτερου χαρακτήρα και της αίσθησης ταυτότητας οφείλονταν στις λατρείες ηρώων. Οι λατρείες αυτές συνδέονταν με το μυθικό παρελθόν της πόλης, περιέβαλλαν με ιερότητα τη σχέση των πολιτών μαζί του, αποτελώντας ταυτόχρονα ένα μέσο επικοινωνίας με αυτό. Η θρησκεία αποτελούσε την πλευρά της ιδεολογίας της πόλης την οποία όλοι οι πολίτες θα έπρεπε να αντιμετωπίζουν με το μεγαλύτερο δυνατό σεβασμό. Έτσι ένα σημείο ασέβειας έναντι της θρησκείας αποτελούσε και ένδειξη έλλειψης νομιμοφροσύνης  έναντι της πόλης και του πολιτεύματος.

Η λατρεία των θεών καταλάμβανε κεντρική θέση στην ζωή των πολιτών της αρχαίας Ελλάδας. Θρησκεία και καθημερινή ζωή ήταν πολύ στενά συνυφασμένες. Η θρησκεία αποτελεί το κέντρο της πόλης.[6] Η αντίληψη αυτή σχετίζεται και με την ιδέα ότι την ύπαρξη της πόλης εγγυάται η σχέση της με τους θεούς. Συχνά στις απαρχές της πόλης μπορεί να εντοπιστεί (άμεσα ή έμμεσα) μια μορφή «εγγύησης/συμφωνίας» εκ μέρους των θεών για την παροχή προστασίας, την οποία οι λατρευτικές σχέσεις της πόλης με τους θεούς – και κυρίως με την κατά τόπους πολιούχο θεότητα – προσπαθούν να διατηρήσουν. Μια τέτοια τύπου εγγύηση αποτελεί και την αιτία της προσφυγής στα μαντεία για την έγκριση της θεότητας στην ίδρυση μιας αποικίας. Οι πόλεις εκείνες που θεωρούσαν ότι οι απαρχές τους έπρεπε να αναζητηθούν στο μυθικό παρελθόν εξέφραζαν την θεία αυτή συμφωνία μέσω του μύθου.

Στην Αθήνα οι μύθοι οι οποίοι κωδικοποιούν μεταξύ άλλων, αυτή τη συμφωνία προστασίας είναι όσοι αναφέρονται στο γεννημένο από τη Γη βασιλέα Εριχθόνιο και στη διεκδίκηση της Αττικής από την Αθηνά και τον Ποσειδώνα. Ένα ελαιόδεντρο, το δώρο που πρόσφερε η Αθηνά, υπήρξε το σημείο που σφράγισε τη σχέση μεταξύ της πόλεως των Αθηνών και της θεάς αποτελώντας την εγγύηση ύπαρξης της Αθήνας καθώς και το συμβολικό πυρήνα της θρησκείας της πόλης, ο οποίος δεν θα μπορούσε να βρίσκεται αλλού, παρά στην Ακρόπολη. Η αντίληψη αυτή εκφράζεται στην παράδοση (Ηρόδοτος, 8.55) ότι η συγκεκριμένη ελιά, όταν την έκαψαν οι Πέρσες μαζί με την υπόλοιπη Ακρόπολη, την επόμενη κιόλας ημέρα είχε, με κάποιο θαυματουργό τρόπο, αναπτύξει ένα νέο βλαστό μήκους μισού μέτρου. Το γεγονός ότι η ελιά, πάνω στην Ακρόπολη, βλάστησε αμέσως κατά τρόπο θαυματουργό ήταν ενδεικτικό του ότι ο εμπρησμός της Ακρόπολης δε σήμανε και το τέλος της πόλης της Αθήνας. Το περιστατικό αυτό αποτελούσε σημάδι, ότι η προστασία της Αθηνάς ίσχυε ακόμα και ταυτόχρονα αποτελούσε μια συμβολική ανανέωση αυτής της προστασίας και μια εγγύηση για τη συνέχεια ύπαρξης της πόλης. Η παράδοση σχετικά με το Παλλάδιον, που ο Οδυσσέας και ο Διομήδης έκλεψαν από την Τροία, δεδομένου ότι διαφορετικά δε θα ήταν δυνατή η κατάληψη της πόλης, αποτελεί έκφραση της ίδιας αντίληψης: το Παλλάδιον, είχε δοθεί στο Δάρδανο, το μυθικό πρόγονο των Τρώων, από τον πατέρα του τον Δία, συνιστώντας έτσι ένα σύμβολο, μιας «θεϊκής εγγύησης» μιας αρμονικής σχέσης μεταξύ της Τροίας και των Θεών. Η απώλειά του αποτελούσε ένδειξη ότι η εγγύηση αυτή δεν υφίστατο πλέον.

Οι λατρείες των πόλεων στην κλασσική εποχή, μπορούν να καταταγούν σε γενικές κατηγορίες με βάση τις ομάδες των πιστών τους. Μια κατηγορία είναι αυτή στην οποία η ομάδα των πιστών περιλαμβάνει το σύνολο της πόλης, στο πλαίσιο της οποίας οι λατρευτικές πρακτικές τελούνταν στο όνομα και για την ευημερία ολόκληρης της πόλης. Αυτές είναι οι κεντρικές λατρείες της πόλης. Ο τύπος των λατρειών αυτών ποικίλει. Μια πρώτη ομάδα αυτών των κεντρικών λατρειών εδράζεται στο γεωγραφικό, κοινωνικό, θρησκευτικό και συμβολικό κέντρο της πόλης, δηλαδή στην Ακρόπολη. Στην ομάδα αυτή ανήκουν οι λατρείες των θεοτήτων οι οποίες συνδέονται ρητά με την ταυτότητα και προστασία της πόλης ως συνόλου. Τονίζουν έτσι και εκφράζουν τις πλευρές εκείνες της θρησκείας της πόλης που συντελούν στη διατήρηση της συνοχής της. Στην Αθήνα, πόλη στην οποία επικεντρωνόμαστε, καθώς τα διαθέσιμα στοιχεία μας επιτρέπουν την εξέταση της θρησκείας της πόλης ως συνόλου, οι δύο κύριες θεότητες ήταν η Πολιάς Αθηνά και ο Πολιεύς Ζεύς, που οι ναοί τους βρίσκονταν επάνω στην Ακρόπολη. Αν εξαιρέσουμε ένα μικρό τμήμα στη βορειοανατολική περιοχή του βράχου της Ακροπόλεως που ανήκει ως τέμενος στον Ζευ Πολιέα και ένα ο άλλο επίσης μικρό τμήμα στη νοτιοδυτική άκρη, δίπλα στα Προπύλαια, που είναι ιερό της Βραυρωνίας Αρτέμιδος, όλος ο άλλος βράχος ανήκει ουσιαστικά στην Αθηνά, που λατρεύεται ως Πολιάς, προστάτιδα δηλαδή της πόλης. Μπορούμε να θεωρήσουμε βέβαια, ότι η λατρεία της Αθηνάς έχει πανάρχαιες ρίζες επάνω στον Ιερό βράχο. Οπωσδήποτε στα μυκηναϊκά χρόνια πρέπει να αποτελούσε την κύρια θεότητα που λατρεύονταν μέσα στο βασιλικό ανάκτορο. Ο Όμηρος φαίνεται ότι γνώριζε αυτή τη σύνδεση, όταν αναφέρει ότι η Αθηνά μπήκε μέσα στο «καλοχτισμένο παλάτι του Ερεχθέα»[7].

Τα πρώτα λείψανα κάποιου ιδιαίτερου λατρευτικού οίκου της Αθηνάς που σώθηκαν ως εμάς χρονολογούνται γύρω στο 700 π. Χ. Είναι οι δύο λίθινες βάσεις που βρίσκονται ανάμεσα στον Παρθενώνα και στο Ερέχθειο. Η μεταγενέστερη οικοδομική δραστηριότητα επάνω στην Ακρόπολη, έχει εξαφανιστεί καθώς και ίχνη της παλαιότερης φάσης του ιερού. Έτσι, την οικοδομική ιστορία της Ακρόπολης την παρακολουθούμε ουσιαστικά από τον 6ο αιώνα π. Χ., όταν χτίζονται όχι μόνο ένας ή δύο μεγάλοι ναοί, οι πρόδρομοι του Παρθενώνα και του Ερεχθείου αλλά και πολλά άλλα μικρότερα κτίσματα που σχετίζονται με τη λατρεία της Αθηνάς. Οι ιεροί χώροι συγκεντρώνονται με ασυνήθιστη πυκνότητα στη βόρεια πλευρά του βράχου, εκεί που ήταν το μυκηναϊκό μέγαρο, στην περιοχή που οικοδομήθηκε τον 5ο αιώνα π. Χ. ο ναός της Πολιάδος Αθηνάς, το γνωστό Ερέχθειο. Η επίσημη ονομασία του ναού ήταν: «ο ναός στην Ακρόπολη, μέσα στον οποίο βρίσκεται το αρχαίο άγαλμα».

Το Ερέχθειο αποτελεί μοναδικό στην ιδιομορφία του κτίσμα μέσα στον ελληνικό κόσμο. Και την ιδιομορφία αυτή την επέβαλλαν στον αρχιτέκτονα οι θρησκευτικές και λατρευτικές ανάγκες, που έπρεπε να εξυπηρετηθούν. Για το λόγο αυτό το Ερέχθειο παραμένει ο πιο ιερός χώρος επάνω στην Ακρόπολη, ακόμα και ύστερα από την ανέγερση του πιο λαμπρού δωρικού ναού της Ελλάδας, του Παρθενώνα. Το περίφημο χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς, που υψώνονταν στο σηκό του Παρθενώνα, δεν μπορούσε να αφαιρέσει τη σεβάσμια ιερότητα του «διιπετούς ξόανου» της θεάς, του ουρανόσταλτου δηλαδή αγάλματος, που φυλάσσονταν με πίστη από τα πανάρχαια χρόνια στον «παλιό ναό», δηλαδή στο Ερέχθειο. Οι πολλαπλές λατρευτικές ανάγκες που εκπλήρωνε το Ερέχθειο συμπεριλάμβαναν, εκτός από «το αρχαίο άγαλμα» και όλα τα άλλα αρχαία λείψανα της αττικής λατρείας, τα «σημεία των θεών»: τους τάφους του Ερεχθέα, το ιερό φίδι του Κέκροπα, των γεναρχών του αθηναϊκού λαού αλλά και τα σημάδια από την τρίαινα του Ποσειδώνα, που χτύπησε και ανάβλυσε νερό, τα σημάδια από τον κεραυνό του Δία καθώς και η «Ερεχθηίς θάλασσα», μια πηγή που ανάβλυζε αλμυρό νερό ˙ ακόμα και οι βωμοί του Ύπατου Διός, του Ποσειδώνα και του Ερεχθέα, του Ηφαίστου και του ήρωα Βούτη, του «θυηχού» καθώς και το πανάρχαιο ξύλινο ξόανο του Ερμή˙ τέλος εκεί βρίσκονταν και η θέση της ιερής ελιάς και του ιερού της Πανδρόσου, κοντά στο βωμό του Ερκείου Διός.

Άλλη κατηγορία λατρείας θεοτήτων είναι αυτές οι οποίες συνδέονταν –αλλά και επέβλεπαν -με τους κεντρικούς θεσμούς της πόλης την Αθήνα: ο Βουλαίος Ζεύς και η Βουλαία Αθηνά (Ξενοφών, Ελληνικά, 2.3.53,55), ο Αγοραίος Ζευς, ο Δελφίνιος Απόλλων, η Βουλαία Εστία και η Βουλαία Άρτεμις. Τις περισσότερες φορές η λατρεία της ομάδας αυτής γίνονταν στην Αγορά, το πολιτικό και κοινωνικό κέντρο, το οποίο είχε και μια θρησκευτική πλευρά. Στην Αγορά βρίσκονταν και ο βωμός της θεάς Εστίας. Η φλόγα που καίει πάνω στο βωμό είναι σύμβολο πως η πόλη αποτελεί αυτόνομη πολιτική οντότητα. Οι λατρείες ηρώων, στις οποίες εμπλέκονται τόσο θέσεις που θεωρούνταν τάφοι μυθικών ηρώων όσο και τάφοι των ιδρυτών νέων πόλεων, αποτελούν μια σημαντική κατηγορία ανάμεσα στις λατρείες εκείνες που είχαν την έδρα τους στην Αγορά. Στην Αθήνα ήταν: ο Θησέας, ο Εριχθόνιος/Ερεχθέας και ο Κέκροπας. Στο χώρο της Αγοράς ή στο χώρο της Παλαιάς Αγοράς είχε ανεγερθεί το ιερό του Θησέα. Οι βωμοί και οι τάφοι του Ερεχθέα και του Κέκροπα, βρίσκονταν στην Ακρόπολη, στο Ερέχθειο και ήταν στενά συνδεδεμένοι με τη λατρεία της Πολιάδος Αθηνάς και του Ποσειδώνα.

Μια ακόμη σημαντική λειτουργία της Ακρόπολης, στην κλασσική Αθήνα μπορεί να φανεί από τον ρόλο και τη θέση της στην σημαντικότερη γιορτή της πόλης. Οι εορτές στην κλασσική Ελλάδα αρχίζουν συνήθως με πομπή, η οποία διασχίζει την πόλη, από ένα συγκεκριμένο σημείο μέχρι το ιερό της θεότητας, που είναι το αντικείμενο της λατρείας, ενώ η διαδρομή που ακολουθείται είναι πάντα καθορισμένη. Η μεγάλη θρησκευτική εορτή της Αθήνας ήταν τα Παναθήναια, η εορτή για τα γενέθλια της Αθηνάς, πολιούχο της πόλης. Η πομπή ξεκινούσε από την πύλη της Αθήνας που ονομάζεται Δίπυλον, διασχίζει τον Κεραμεικό, την Αγορά και φθάνει στην Ακρόπολη. Εκεί περνά από τα Προπύλαια, προχωρεί κατά μήκος του Παρθενώνα για να καταλήξει στην ανατολική πλευρά του ναού, μπροστά στο μεγάλο βωμό της Αθηνάς. Σκοπός της πομπής ήταν να μεταφερθεί ο καινούργιος πέπλος, τον οποίο είχαν υφάνει οι Εργαστίνες και να παραδοθεί στον άρχοντα-βασιλέα, ο οποίος με τη σειρά του, θα στόλιζε με αυτόν το ξόανον της Αθηνάς στο Ερέχθειο. Αυτή η διαδρομή επέτρεπε στην πομπή να διασχίσει τα τρία σημαντικότερα σημεία της πόλης, το Νεκροταφείο (Κεραμεικός), το κέντρο της πολιτικής ζωής (Αγορά) και το θρησκευτικό κέντρο της πόλης, την Ακρόπολη. Με τον τρόπο αυτό ενώνεται ο κόσμος των Νεκρών – των αόρατων φυλάκων της πόλης – με τον κόσμο των ζωντανών και τον κόσμο των Θεών.

Όπως σε κάθε παραδοσιακή Πόλη, έτσι και στην Αθήνα τις ημέρες των Παναθηναίων, μπορούν να ενωθούν τα τρία διαφορετικά επίπεδα ύπαρξης της Πόλης (Αγρός/Νεκροταφείο–Αγορά – Ακρόπολη) και αυτή με τη σειρά της να γίνει καθρέπτης του Κόσμου (που για τους αρχαίους Έλληνες αποτελούνταν από τον Άδη, τη Γη και τον Όλυμπο). Δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε ότι σε εκείνες τις στιγμές, άνοιγαν οι αόρατες Πύλες και ενέργειες του Ουρανού, της Γης και του Κάτω Κόσμου, ενώνονταν πάνω στην Ακρόπολη, η οποία γινόταν ένα μαγικό κομβικό σημείο που μπορούσε στη συνέχεια να επιστρέψει την ενέργεια αυτή, σαν ευλογία στους πολίτες, επιβεβαιώνοντας την ισχύ της προστασίας της Θεάς και ανανεώνοντας την συμφωνία των Θεών με τους ανθρώπους, μέχρι της επόμενη γιορτή.

 

Βιβλιογραφία
  1. Η Θρησκεία στις Ελληνικές πόλεις της Κλασσικής εποχής, Luise Bruit Zaidman, Pauline Schmitt Pantel, Εκδ. ΠΑΤΑΚΗΣ
  2. Αρχαίοι Ελληνικοί Ναοί, Tony Spawforth, Εκδ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ
  3. Η αρχαία ελληνική πόλις, Oswyn Murray- Simon Price, Εκδ. ΠΑΤΑΚΗΣ
  4. Ακρόπολις, Μανόλης Ανδρόνικος, Εκδ. ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ
  5. Τίμαιος, Πλάτων, Εκδ. ΚΑΚΤΟΣ
  6. Σωκράτους Απομνημονεύματα, Ξενοφών, Εκδ. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ
  7. Περιοδικό «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ» Νο 63

 

[1]                      Περιοδικό «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ» Νο 63

[2]               Η Θρησκεία στις Ελληνικές πόλεις της Κλασσικής εποχής,  Luise Bruit Zaidman, Pauline Schmitt Pantel

[3]               Τα δεδομένα τείνουν να ενισχύσουν την άποψη αυτή. Ο Lewis Farnell, ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς της ελληνικής θρησκείας, υποστήριξε ότι «η φύση και η δύναμη της θεότητας υπήρχαν και στην εικόνα της», όχι μόνο για τους πρώιμους Έλληνες αλλά μέχρι το τέλος της αρχαίας θρησκείας. Τα αγάλματα των Ελλήνων θεών μπορούσαν να ζωντανέψουν σαν αληθινά είδωλα, ήταν δηλαδή έμψυχα.

[4]               Αρχαίοι Ελληνικοί Ναοί, Tony Spawforth

[5]                 Αρχαίοι Ελληνικοί Ναοί, Tony Spawforth

[6]               Η αρχαία ελληνική πόλις, Oswyn Murray, Simon Price

[7]               Ακρόπολις, Μανόλης Ανδρόνικος

Πλάτωνος, Τίμαιος (69C)

Εκτύπωση

Από το ίδιο Τεύχος

Περισσότερα Άρθρα ΚΟΙΝΩΝΙΑ

×