Οι Πολύχρυσες Μυκήνες

Η δολοφονία του Αγαμέμνονα, μια εικονογράφηση από “Ιστορίες από τους Έλληνες Τραγικούς” του Άλφρεντ Τσερτς, 1897

Ένα από τα ζοφερότερα και τα πιο ανατριχιαστικά κεφάλαια του ελληνικού πολιτισμού, γεμάτο σκοτεινό πάθος είναι η ιστορία των Ατρειδών στις Μυκήνες, η ιστορία του γυρισμού και του θανάτου του Αγαμέμνονα. Δέκα χρόνια πολεμούσε ο Αγαμέμνων στην Τροία. Ο Αίγισθος είχε χρησιμοποιήσει αυτό τον χρόνο, όρισε κάποιον που θα ειδοποιούσε τον γυρισμό του Αγαμέμνονα. Είχε έτοιμους 20 άντρες. Έπειτα κάλεσε τον Αγαμέμνονα σε γεύμα και τον σκότωσε στο φαγητό. Κανένας δεν γλίτωσε από τους φίλους του Αγαμέμνονα από εκείνους που τον είχαν ακολουθήσει. Πέρασαν οχτώ χρόνια, ώσπου φάνηκε ο Ορέστης, γιος και εκδικητής και σκότωσε τη μητέρα του, την Κλυταιμνήστρα και τον δολοφόνο του πατέρα του Αίγισθο.

Οι τραγικοί συγγραφείς καταπιάστηκαν με το θέμα. Το σημαντικότερο έργο του Αισχύλου ασχολείται με τον Αγαμέμνονα. Ακόμα και ο Ζαν Πωλ Σατρ έγραψε δράμα γύρω από τον Ορέστη. Και ποτέ δεν έσβησε η ανάμνηση για τον βασιλιά των βασιλέων που υπήρξε ένας από τους δυνατότερους και πλουσιότερους βασιλιάδες στον αρχαίο κόσμο. Δεν ήταν μόνο οι αιματοβαμμένες Μυκήνες αλλά και οι χρυσές. Για τις Μυκήνες η λέξη χρυσές ήταν ένα συνηθισμένο επίθετο.

Γέννηση και ανάπτυξη των Μυκηνών

Ο μυκηναϊκός πολιτισμός αναπτύσσεται από το 1.700 ως το 1.250 π.Χ., εμφανίζεται δηλαδή ενώ ακόμη μεσουρανεί η Κρήτη και φτάνει στο απόγειο της έκφρασής του, όταν η παρακμή έχει αγγίξει πλέον κάθε όψη του Μινωικού πολιτισμού.

Ο μύθος για την ίδρυση των Μυκηνών από την οποία πήρε το όνομα του όλος ο πολιτισμός, μιλάει για τον ιδρυτή της, τον Περσέα, τον γιο του Δία και της Δανάης, κόρης του βασιλιά του Άργους, Ακρίσιου. Ο Ακρίσιος χώρισε τη χώρα του σε διάφορα βασίλεια και έδωσε το Ηραίο στον αδελφό του Προίτο, τη Μιδέα και την Τίρυνθα και ο Περσέας, που ήταν γιος του Δία και της Δανάης, έφυγε για τη χώρα της Λυκίας. Επιστρέφοντας από εκεί, σκότωσε, χωρίς να θέλει, τον παππού του και έδωσε στο Μεγαπένθη το βασίλειό του, το Άργος, ενώ πήρε από εκείνον το βασίλειο της Τίρυνθας. Άλλες εκδοχές λένε ότι η κόρη ή η γυναίκα του Ινάχου είχε το όνομα Μυκήνη. Από τον Περσέα ιδρύθηκε η δυναστεία των Περσειδών, στην οποία ανήκουν μικροί τετράγωνοι τάφοι. Απόγονοι αυτού ήταν ο Ηλεκτρύονας, ο Σθένελος και ο Ευρυσθέας, ο τελευταίος γόνος της δυναστείας, που φονεύθηκε από τους Ηρακλείδες. Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο Περσέας έκτισε τις Μυκήνες στην Τίρυνθα και τους έδωσε αυτό το όνομα είτε διότι του έπεσε εκεί ο «μύκης» (θήκη) απ’ το ξίφος του είτε ενώ διψούσε, βρήκε ένα μύκητα (δηλαδή ένα μανιτάρι) και τραβώντας τον είδε να υπάρχει η πηγή Περσεία, που υπάρχει και σήμερα. Οι Μυκήνες κτίστηκαν από τους μυθικούς Κύκλωπες, οι οποίοι είχαν κτίσει και τα γιγάντια τείχη της κοντινής Τίρυνθας.

Η δυναστεία των Περσειδών ανατράπηκε από τη δυναστεία των Πελοπιδών από τους οποίους προήλθαν οι Ατρείδες. Οι Πελοπίδες κατασκεύασαν την Πύλη των Λεόντων και δραστήριοι, όπως ήταν, κυριάρχησαν σε όλη την Πελοπόννησο και τα γύρω νησιά, απέκτησαν δύναμη και κύρος, ώστε όλοι οι βασιλείς εκείνων των χρόνων θεώρησαν ως αρχηγό τους στην εκστρατεία κατά της Τροίας τον Αγαμέμνονα. Σ’ αυτούς ανήκουν τα οχυρά της Ακρόπολης, οι θολωτοί τάφοι, όπως ο περίφημος τάφος του Ατρέα, ένα θαυμάσιο έργο των αρχαίων Ελλήνων κι ακόμα πολλοί άλλοι μικρότεροι, που βρέθηκαν ανοιχτοί και λεηλατημένοι για πολλά χρόνια, όπως αναφέρει ο Παυσανίας κι ο Σοφοκλής.

Η πύλη των Λεόντων

Οι Πελοπίδες κυβέρνησαν τρεις και περισσότερο αιώνες από το 1.400 π.Χ. έως το 1.050 π.Χ. Βέβαια, οι παραδόσεις δεν μπορούν να μας πληροφορήσουν ακριβώς για τα ιστορικά γεγονότα αυτών των χρόνων. Ο Ατρεύς κι ο Αγαμέμνονας είναι τα πιο γνωστά πρόσωπα αυτής εποχής απ’ τα ποιήματα και τα ευρήματα των ανασκαφών, που μας βοηθούν να γνωρίσουμε και τους ανθρώπους που έζησαν σ’ αυτά τα μέρη. Οι πελώριοι λίθοι που χρησιμοποιήθηκαν για την Πύλη των Λεόντων, μας μιλούν για τη δύναμη εκείνων των ανθρώπων, που προκαλούσαν κατάπληξη στους πολίτες των άλλων πόλεων, ώστε τα ονόμαζαν «Κυκλώπεια τείχη». Τα ανάκτορα, που είχαν για πυρήνα ένα ορθογώνιο κτίριο με πολλά διαμερίσματα γύρω, στολίζονταν με πολύχρωμες τοιχογραφίες.

Οι πηγές μας για την μυκηναϊκή περίοδο είναι ελάχιστες και κυρίως πολύ νεότερες, όπως ο Όμηρος, ο οποίος αναφέρεται στις Μυκήνες και στον πολιτισμό εκείνης της εποχής ή ο Θουκυδίδης. Οι περισσότεροι όμως ερευνητές και ιστορικοί θεωρούν ότι ο πολιτισμός που περιγράφεται στα ομηρικά έπη είναι αυτός της εποχής του Ομήρου, δηλαδή του 8ου με 7ου αιώνα π.Χ., παρόλο που ο τρωικός πόλεμος πιθανά έγινε και αφορούσε στην σύγκρουση του μυκηναϊκού κόσμου με την Ανατολή. Η παράδοσή τους έμεινε στη μνήμη των μεταγενέστερων Ελλήνων της Αρχαϊκής και της Κλασικής Περιόδου, εμφανέστερα στους μύθους τους για τους ήρωες της Εποχής του Χαλκού, όπως ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας και τα κατορθώματά τους στον Τρωϊκό Πόλεμο.

Ο μυκηναϊκός πολιτισμός ήταν ένας ξεχωριστός και αντιφατικός πολιτισμός. Χαρακτηριστικά, ο μεγάλος ποιητής Ησίοδος είδε τους Μυκηναίους ως το σκληροτράχηλο χάλκινο γένος αλλά το άλλο μάτι του Έλληνα ποιητή τους μεταμόρφωσε σε θεόμορφο γένος ηρώων. Μετά τη θηλυκή ενέργεια που συμβόλιζε η μεγάλη μητέρα των Μινωιτών, το αρσενικό και βουλητικό στοιχείο εκδήλωσε την δύναμη του Ουρανού, τη δύναμη και το θάρρος, την τιμή και την ιεραρχία.

Το σπουδαιότερο επίτευγμα της Μυκηναϊκής περιόδου ήταν ότι για πρώτη φορά στην ιστορία της περιοχής η κλειστή θάλασσα του Αιγαίου αποτέλεσε μια πολιτιστική ενότητα και ο πολιτισμός εγκαθιδρύθηκε σε όλο το Αιγαίο πέλαγος, επιτρέποντας έτσι την πολιτιστική ανάπτυξη αλλά και το μπόλιασμα κοντινών στην Ελλάδα περιοχών, που στο μέλλον θα έπαιζαν το ρόλο της κοιτίδας μιας λαμπρής εποχής της ανθρωπότητας.

Η μεγαλύτερη πόλη (αν και δεν αποτελεί πρωτεύουσα υπό καμία έννοια) ήταν οι Μυκήνες, χτισμένες σε μια εντυπωσιακή ακρόπολη σε λόφο πάνω από 278 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, όπου υπάρχουν ερείπια μεγάλων κτιρίων «ανακτόρων» και εκατοντάδες τύμβοι και λακκοειδείς τάφοι, συμπεριλαμβανομένων εννέα μεγάλων θολωτών τάφων (1.600-1.300 π.Χ.). Άλλα εντυπωσιακά λείψανα περιλαμβάνουν τμήματα των τειχών της οχύρωσης και τη διάσημη Πύλη των Λεόντων (1.250 π.Χ.) με το εραλδικό ζεύγος λιονταριών πάνω από την είσοδο. Στα μεγάλα μυκηναϊκά κέντρα περιλαμβάνονται οι Μυκήνες (παραδοσιακή κατοικία του Αγαμέμνονα), η Τίρυνθα (ίσως το παλαιότερο κέντρο), η Πύλος (παραδοσιακή κατοικία του Νέστορα), η Θήβα, η Μιδέα, ο Γλας, ο Ορχομενός, το Άργος, η Σπάρτη, η Νιχώρια και πιθανώς η Αθήνα. Με την πάροδο του χρόνου, οι Μυκηναίοι θα επιβάλλονταν ακόμη και στην Κρήτη και ειδικά στην Κνωσό, αντικαθιστώντας έτσι τους Μινωίτες ως τον κυρίαρχο πολιτισμό στο νότιο Αιγαίο, μέχρι το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα π.Χ.

Η Τέχνη στις Μυκήνες
Θολωτός τάφος

Η μυκηναϊκή τέχνη αν και επηρεασμένη  από τη μινωική, σταδιακά εξελίχθηκε σε μια ιδιαίτερη νοοτροπία που εξέφραζε την ιδιοσυγκρασία, τη νοοτροπία και τα συγκεκριμένα ήθη της στιβαρότητας του μυκηναϊκού πολιτισμού, οδηγώντας την έκφραση σε «αυστηρότερους δρόμους». Οι πόλεις οχυρώνονταν για πρώτη φορά με μεγάλα τείχη κυκλώπειας δεξιοτεχνίας, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περίφημοι θολωτοί τάφοι των Μυκηναίων.

Στην τέχνη, όπως εκφράζεται σε τοιχογραφίες, κεραμική και κοσμήματα, η μινωική αγάπη για τις φυσικές μορφές και τον ρευστό σχεδιασμό, υιοθετήθηκε από τους Μυκηναίους τεχνίτες, αλλά με μια τάση για πιο σχηματική και λιγότερο ρεαλιστική αναπαράσταση. Αυτή η νέα τεχνοτροπία, θα γινόταν η κυρίαρχη σε όλη τη Μεσόγειο. Δημοφιλή ήταν τα γεωμετρικά σχέδια, αλλά και διακοσμητικά μοτίβα όπως σπείρες και ροζέτες. Τα σχήματα των αγγείων μοιάζουν περισσότερο με τα μινωικά, με τις αξιοσημείωτες προσθήκες του κυπέλλου και του αλάβαστρου (κοντόχοντρο βάζο) με μια συγκεκριμένη προτίμηση στα μεγάλα δοχεία. Τα πήλινα ειδώλια ζώων και ιδιαίτερα οι όρθιες γυναικείες μορφές ήταν διαδεδομένα, όπως ήταν και τα μικρά γλυπτά από ελεφαντόδοντο, τα σκαλιστά πέτρινα αγγεία και τα περίτεχνα χρυσά κοσμήματα. Οι τοιχογραφίες απεικόνιζαν φυτά, γρύπες, λιοντάρια, ταυροκαθάψια, σκηνές μάχης, πολεμιστές, άρματα, οκτώσχημες ασπίδες και κυνήγι αγριόχοιρου, μια ιδιαίτερα δημοφιλή μυκηναϊκή δραστηριότητα.

Το Μέγαρο: Μεγάλα ανακτορικά συγκροτήματα εντοπίστηκαν σε πολλά μυκηναϊκά κέντρα. Αυτά τα συγκροτήματα, αν και παρουσιάζουν κάποιες τοπικές ιδιαιτερότητες, εμφανίζουν πολλά κοινά αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά. Τα συγκροτήματα χτίστηκαν γύρω από μια μεγάλη ορθογώνια κεντρική αίθουσα ή Μέγαρο. Το Μυκηναϊκό Μέγαρο ήταν ο πρόδρομος των μετέπειτα αρχαϊκών και κλασικών ναών του ελληνικού κόσμου και αποτελούνταν από μία στεγασμένη είσοδο, έναν προθάλαμο και την κύρια αίθουσα. Αυτή ήταν η καρδιά του ανακτόρου και εσώκλειε μια μεγάλη κυκλική εστία (συνήθως μεγαλύτερη από 3 μ.) με τέσσερις ξύλινους κίονες που στήριζαν μια οροφή με άνοιγμα ή έναν φωταγωγό.

Ήταν, επίσης, η αίθουσα του θρόνου του κυβερνήτη ή Άνακτα. Συνήθως, υπάρχει μια δεύτερη, μικρότερη αίθουσα (συχνά αποκαλείται «Μέγαρο της Βασίλισσας»), πολλά ιδιωτικά διαμερίσματα και επιπλέον χώροι που διατίθενται για τη διοίκηση, την αποθήκευση και την παραγωγή. Τα δωμάτια ήταν πλούσια διακοσμημένα με τοιχογραφίες και τα δάπεδα επιστρωμένα με διακοσμημένο ασβεστοκονίαμα. Όσον αφορά στα υλικά, τα δωμάτια του παλατιού κατασκευάζονταν από πέτρινους τοίχους με σταυρωτά δοκάρια και στη συνέχεια καλύπτονταν με ασβεστοκονίαμα εσωτερικά και πλάκες από ασβεστόλιθο εξωτερικά. Οι κίονες και οι οροφές ήταν συνήθως από βαμμένο ξύλο, μερικές φορές με χάλκινες προσθήκες.

Κυκλώπεια Τείχη: Το συγκρότημα των ανακτόρων περιβαλλόταν από ένα οχυρωματικό τείχος από μεγάλους ακατέργαστους λίθους (ονομαζόταν Κυκλώπειο καθώς πιστευόταν ότι μόνο οι γιγάντιοι Κύκλωπες θα μπορούσαν να είχαν μετακινήσει τόσο ογκώδεις βράχους). Αυτά τα τείχη έφταναν τα 13 μέτρα (42,6 πόδια) σε ύψος και ήταν έως και 8 μέτρα (26 πόδια) πλατιά. Διακρίνονται καλύτερα στις Μυκήνες, την Τίρυνθα και την Θήβα και βρίσκονται σε πλήρη αντίθετη με τα απροστάτευτα ανάκτορα της μινωικής Κρήτης.

Θολωτές σήραγγες και αψιδωτοί διάδρομοι: δημιουργούνται από σταδιακά αλληλεπικαλυπτόμενες πέτρινες πλάκες και κυκλικούς πέτρινους τάφους με θολωτές οροφές, και μνημειακές πύλες με μονολιθικά υπέρθυρα και ανακουφιστικά τρίγωνα, που είναι κοινά χαρακτηριστικά των μυκηναϊκών κέντρων. Άλλες μυκηναϊκές αρχιτεκτονικές δομές περιλαμβάνουν την κατασκευή αναβαθμίδων στις γεωργικές εκτάσεις, φράγματα για τη διαχείριση των πλημμυρών (ιδιαίτερα εμφανή στην Τίρυνθα) και μικρές γέφυρες που κατασκευάστηκαν από μεγάλους πρόχειρα λαξευμένους λίθους, και πάλι, φαινομενικά έργα των Κυκλώπων. Σε αντίθεση με αυτές τις επίπονες κατασκευές, η μη ελίτ της μυκηναϊκής κοινωνίας ζούσε σε απλά σπίτια από πλίνθους με πέτρινα θεμέλια.

Πολιτική και Κοινωνική οργάνωση

Στη Μυκηναϊκή περίοδο η πολιτική και η κοινωνική οργάνωση αρχίζει και διαφοροποιείται από την ειρηνική και ανοχύρωτη Κρήτη και μεταμορφώνεται σε μια πιο σφιχτή ως προς την ιεραρχία πολιτική δομή, με έμφαση στη στρατιωτική δράση και με ξεκάθαρο διαχωρισμό σε κοινωνικές τάξεις. Η μητριαρχία δίνει την θέση της στον Άνακτα, ενώ το πολύπλοκο σύστημα διακυβέρνησης συνδεόταν, όπως φαίνεται, με τη γαιοκτησία. Στη Μυκηναϊκή εποχή βρίσκουμε για πρώτη φορά τον όρο δήμος. Πρόκειται για την πρώτη εμφάνιση της λεγόμενης πόλης – κράτους, που αν και κάθε μια έχει το δικό της βασιλιά κυβερνήτη, όλες όμως υπόκεινται στον άξονα εξουσίας που καθορίζεται από τον βασιλιά των βασιλέων, τον βασιλιά των Μυκηνών δηλαδή.

Η Επιστήμη

Αν και δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε ακριβώς για επιστήμη στον μυκηναϊκό κόσμο με την έννοια που δίνουμε σήμερα, ωστόσο έχουμε δείγματα αναπτυγμένης επιστημονικής γνώσης, που φαίνεται στις γνώσεις αστρονομίας, μαθηματικών, αρχιτεκτονικής, ναυσιπλοΐας κτλ. Το κυριότερο όμως δώρο στις επόμενες γενιές είναι η γραφή, με το σύστημα της γραμμικής Α της μινωικής περιόδου και την γραμμική Β, που βρίσκουμε στη Μυκηναϊκή Ελλάδα.

Η Θρησκεία

Στη Μυκηναϊκή περίοδο παράλληλα με τη λατρεία της θηλυκής μινωικής θεότητας κάνουν την εμφάνιση τους και αρσενικές θεότητες, που ανταποκρίνονται στο ηρωικό πνεύμα της περιόδου και οδηγούν σιγά σιγά στην ανάπτυξη του γνωστού μας Δωδεκάθεου, με ύψιστη θεότητα τον Ολύμπιο Δία. Η ιεραρχική τάξη του Ολύμπου γίνεται πρότυπο για την ιεραρχία και την οργάνωση της μυκηναϊκής κοινωνίας γύρω από τον Άνακτα. Η έννοια του ήρωα πρωτοεμφανίζεται αυτήν την περίοδο και ταυτίζεται με τον Άνθρωπο –Ήλιο, τον μύστη που αναζητά το κέντρο του.

Σπουδαία θέση κατέχει μία θεά η οποία συνήθως προσφωνείται με την ονομασία «Πότνια (=σεβάσμια)».  Είναι αναμφίβολα η κυρίαρχη μυκηναϊκή θεότητα και σε αυτήν προσφέρονται πρόβατα, αρωματικά έλαια, μαλλί και μέλι. Θρησκευτική σκηνή από χρυσό δαχτυλίδι της Τίρυνθας. Αριστερά εικονίζεται πιθανώς η «Πότνια». Τέσσερις δαίμονες της προσφέρουν κρασί. (Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο)

Λίγα είναι γνωστά με βεβαιότητα όσον αφορά στις μυκηναϊκές θρησκευτικές πρακτικές, πέρα από τη σημασία που δίνεται στη θυσία των ζώων, στις δημόσιες γιορτές, στις χοές και στις προσφορές σε τρόφιμα. Η παρουσία γλυπτών διπλών πελέκων και κεράτων καθοσιώσεως στην τέχνη και την αρχιτεκτονική, υποδηλώνει ισχυρούς δεσμούς με τη μινωική θρησκεία, αν και τα σύμβολα αυτά θα μπορούσαν να έχουν υιοθετηθεί λόγω της πολιτικής τους σημασίας. Αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά όπως ένθετες λεκάνες και τοιχογραφίες με απεικονίσεις βωμών, υποδηλώνουν ότι το Μέγαρο μπορεί να είχε θρησκευτική λειτουργία.

Πολλά κέντρα διέθεταν, επίσης, ειδικούς χώρους λατρείας, συνήθως πλησίον του ανακτορικού συγκροτήματος. Είναι σαφές, ότι η ταφή ήταν μια σημαντική τελετουργία, όπως αποδεικνύεται από την παρουσία μνημειακών θολωτών τάφων, περιφανών νεκροταφείων και της ποσότητας πολύτιμων αντικειμένων που θάφτηκαν με τους νεκρούς – χρυσές μάσκες, διαδήματα, κοσμήματα και τελετουργικά ξίφη και στιλέτα.

Κατάρρευση και Κληρονομιά

Οι μαρτυρίες για την τελική κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού, το 1.200 π.Χ. είναι πενιχρές. Γνωρίζουμε ότι πολλές τοποθεσίες καταστράφηκαν μεταξύ 1.250 π.Χ. και 1.200 π.Χ., οδηγώντας στην αποκαλούμενη Μετανακτορική Περίοδο, όταν το συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης των ανακτόρων εξασθένησε. Υπάρχουν ενδείξεις διαφορετικού βαθμού καταστροφής ανά τοποθεσία και ορισμένα μέρη απέφυγαν εντελώς το χάος που επικράτησε. Τότε, κάποιες τοποθεσίες επανακατοικήθηκαν, αλλά όπως φαίνεται, σε μικρότερη κλίμακα και με λιγότερο πλούτο από ό, τι προηγουμένως, ενώ άλλες έγιναν μεγαλύτερες και πιο εύπορες από ποτέ. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι το 1.100 π.Χ., οι περισσότεροι μυνηκαϊκοί οικισμοί είχαν συρρικνωθεί σε απλά χωριά. Οι προτάσεις των μελετητών για την εξήγηση της γενικής κατάρρευσης του Μυκηναϊκού Πολιτισμού (και άλλων συγχρόνων του στη Μεσόγειο), περιλαμβάνουν την φυσική καταστροφή (σεισμοί, ηφαιστειακές εκρήξεις και τσουνάμι), τον υπερπληθυσμό, την εσωτερική κοινωνική και πολιτική αναταραχή, την εισβολή από ξένες φυλές, όπως οι Λαοί της Θάλασσας, τις περιφερειακές κλιματικές αλλαγές ή έναν συνδυασμό μερικών ή όλων αυτών των παραγόντων.

Η Ακρόπολη των Μυκηνών

Ωστόσο, σύμφωνα με την αρχαιοελληνική παράδοση, οι μυκηναίοι κατέστρεψαν οι ίδιοι τον εαυτό τους, γιατί ενεπλάκησαν σε εξωτερικές περιπέτειες και εσωτερικές διαμάχες, βυθίζοντας την Ελλάδα σε μεσαίωνα, στους λεγόμενους «Σκοτεινούς χρόνους», που ονομάζεται γεωμετρική περίοδος από τα ευρήματα με τις γεωμετρικές διακοσμήσεις. Το σκοτάδι και ο πνευματικός χειμώνας βασιλεύουν πάνω από τον ελληνικό χώρο.

Ο Μυκηναϊκός Πολιτισμός θα ενέπνεε τόσο πολύ τους Έλληνες της Αρχαϊκής και της Κλασικής Εποχής, αργότερα, από τον 8ο αιώνα π.Χ., ώστε η Εποχή του Χαλκού έφτασε να θεωρείται μια χρυσή εποχή, όπου οι άνθρωποι σέβονταν τους θεούς, οι πολεμιστές ήταν πιο γενναίοι και η ζωή γενικά ήταν λιγότερο περίπλοκη και πιο αξιοπρεπής. Θρυλικά ονόματα, όπως Αγαμέμνων, Αχιλλέας και Οδυσσέας – όλοι Μυκηναίοι – θα απαθανατίζονταν στη γλυπτική, τη διακόσμηση των κεραμικών και την επική λογοτεχνία, όπως η Ιλιάδα του Ομήρου, που διηγείται την ιστορία του μεγάλου Τρωϊκού Πολέμου, πιθανότατα ενός μύθου βασισμένου σε μια πραγματική σύγκρουση ή μια σειρά συγκρούσεων μεταξύ των Μυκηναίων και των Χετταίων.

Όμως όπως ακριβώς γίνεται και στη φύση κατά τη χειμερινή περίοδο, όταν όλα φαίνονται να έχουν οριστικά πεθάνει, οι σπόροι που φυτευτήκαν στο παγωμένο χώμα κατά την προηγούμενη γόνιμη περίοδο δεν είναι καθόλου νεκροί. Φυλάνε καλά μέσα τους τη δύναμη και τη σοφία που συνέλεξαν και ετοιμάζονται να την ξαναφέρουν στο φώς την επόμενη άνοιξη. Κι αυτή η άνοιξη θα έρθει στην Ελλάδα τον 5ο αιώνα π.Χ.

Βιβλιογραφία
  1. «Θεοί, Τάφοι και Σοφοί», C.W. Ceram, εκδ. Γεμεντζοπούλου
  2. «Οι φωτεινές εποχές της ανθρωπότητας» Συγγραφική ομάδα, εκδ. Νέα Ακρόπολη
  3. «Παγκόσμια Ιστορία του Πολιτισμού», Will Durant, εκδ. Συρόπουλος
  4. «Η μυθολογία των Ελλήνων» Carl Kerenyi, εκδ. Εστία
  5. «Η ιστορία του Ελληνικού έθνους» Κων. Παπαρηγόπουλος, εκδ. Κάκτος
Ηλεκτρονική βιβλιογραφία
  1. Μυκήνες https://el.wikipedia.org
  2. Μυκηναϊκός Πολιτισμός https://www.worldhistory.org/
  3. Μυκηναϊκός Πολιτισμός https://www.themata-archaiologias.gr/
Εκτύπωση

Από το ίδιο Τεύχος

Περισσότερα Άρθρα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

×