Πλωτίνος

Ο Πλωτίνος (περ. 204-270 μ.Χ.) ήταν σημαντικός φιλόσοφοςτης ύστερης αρχαιότητας και ιδρυτής της σχολής της Νεοπλατωνικής φιλοσοφίας.

Η ζωή του

Γεννήθηκε το 204 μ.Χ. στη Λυκόπολη της Αιγύπτου, μια επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας επί αυτοκράτορα Σεπτίμιου Σεβήρου. Το όνομά του λέγεται πως είναι λατινικής προέλευσης και ότι ίσως του δόθηκε προς τιμή της αυτοκράτειρας Πλωτίνας. Υπάρχουν ποικίλες εικασίες για την οικογενειακή του κατάσταση αλλά σ’ αυτό που συμφωνούν οι περισσότεροι ιστορικοί είναι ότι απέφευγε να συζητάει για την καταγωγή του καθώς ένιωθε ντροπή που ήταν αναγκασμένος να έχει φυσικό φορέα που τον έκανε να κοκκινίζει.

Με τη φιλοσοφία ασχολήθηκε σχετικά αργά, 28 ετών. Μέχρι τότε παρά το γεγονός ότι είχε αποφασίσει να αφοσιωθεί στην αναζήτηση της αλήθειας, κανένας από τους δασκάλους που συνάντησε στην Αλεξάνδρεια όπου είχε μεταβεί για την εκπαίδευσή του δεν κατάφερε να του εγείρει το ενδιαφέρον για να ασχοληθεί με τη φιλοσοφία. Βρήκε αυτό που ζητούσε στο πρόσωπο του Αμμώνιου Σακκά, ενός αυτοδίδακτου φιλόσοφου που καταγόταν από χριστιανική οικογένεια και κατά πάσα πιθανότητα εργαζόταν στο λιμάνι όπου μετέφερε σακιά, εξ ου και το όνομά του. Ο Πλωτίνος ενθουσιάστηκε με τη γνωριμία μαζί του, αναφωνώντας κατά την πρώτη ομιλία στην οποία παρευρέθηκε «τούτον εζήτουν» και έκτοτε, από το 232 μ.Χ. παρέμεινε κοντά του ως τον θάνατο του δασκάλου του το 243 μ.Χ., περίπου έντεκα χρόνια.

Ως γνήσιος αναζητητής έφυγε τότε θέλοντας να μυηθεί στην ινδική και περσική φιλοσοφία, οπότε ακολούθησε την εκστρατεία του αυτοκράτορα Γορδιανού Γ΄ εναντίον του βασιλιά των Περσών όπου έληξε άδοξα με τη δολοφονία του αυτοκράτορα. Ο Πλωτίνος κατόρθωσε να σωθεί και κατέφυγε στην Αντιόχεια απ’ όπου έπειτα μετέβη στη Ρώμη το 244 μ.Χ. και εγκαταστάθηκε εκεί.

Στη Ρώμη δημιουργήθηκε γύρω του ένας πνευματικός κύκλος με αρκετούς επιφανείς της τότε κοινωνίας, αλλά και διάφορους διανοούμενους από διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας. Ανάμεσα στους μαθητές του ήταν ο Πορφύριος από την Τύρο της Φοινίκης, που τον διαδέχθηκε στη σχολή της Ρώμης και ο Αμέλιος από την Τοσκάνη. Μεταξύ των επιφανών μελών του κύκλου ήταν ο αυτοκράτορας Γαλλιηνός και η σύζυγός του Σαλωνίνα με τους οποίου ανέπτυξε φιλικούς δεσμούς σε σημείο να τους πείσει για τη σκοπιμότητα της ίδρυσης στην Καμπανία μιας πόλης με το όνομα «Πλατωνόπολις» όπου ο ίδιος με τους στενούς συνεργάτες του θα διέμεναν με σκοπό να εφαρμόσουν τις ιδέες του Πλάτωνα, αλλά δυστυχώς άνθρωποι του περιβάλλοντος του Γαλλιηνού ανέτρεψαν τα σχέδια. Όχι πολύ αργότερα, μετά τη δολοφονία του αυτοκράτορα, ο Πλωτίνος αρρώστησε βαριά και αποσύρθηκε στο κτήμα ενός παλιού μαθητή και φίλου του, του Ζήθου, όπου το 270 μ.Χ. τον βρήκε ο θάνατος. Σαν άνθρωπος ήταν ευαίσθητη φύση και συμπαθής σε όποιον τον γνώριζε. Λέγεται ότι γονείς που επρόκειτο να πεθάνουν του άφηναν τα παιδιά τους και τις περιουσίες τους για να τα φροντίσει δείχνοντας απεριόριστη εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του.

 

Το έργο του

Ο Πλωτίνος -σύμφωνα με τον Πορφύριο- ξεκίνησε να γράφει σε ηλικία 11 ετών και συνέχισε μέχρι το τέλος της ζωής του. Την περίοδο που ο Πορφύριος συνάντησε για πρώτη φορά τον Πλωτίνο, εκείνος είχε ολοκληρώσει συνολικά 210 πραγματείες στις οποίες προστέθηκαν μελλοντικά – ύστερα από την επιμονή του Πορφύριου – επιπλέον 33 πραγματείες. Ο Πορφύριος επιμελήθηκε το έργο του Πλωτίνου και διαίρεσε τις πραγματείες του σε έξι βιβλία, καθεμία αποτελούμενη από 9 πραγματείες. Για τον λόγο αυτό ονομάστηκαν και Εννεάδες. Σε κάθε εννεάδα, συμπεριλαμβάνονται φιλοσοφικά κείμενα που πραγματεύονται συναφή θέματα: Περί Ανθρώπου και Ηθικής, για τον Κόσμο και τους Νόμους, τη Μοίρα και το Πεπρωμένο, Περί Ψυχής, Νου, Όντος και Ενός.

Βασικές διδασκαλίες του Πλωτίνου

Το Εν-Αγαθόν

Στο φιλοσοφικό σύστημα του Πλωτίνου αυτό που έχει υπέρτατη αξία είναι η θέση του Ενός (ή Αγαθού) στην αρχή των πάντων. Ορίζει το Αγαθό ως εξής:

«Αγαθό είναι εκείνο από το οποία εξαρτώνται τα πάντα, αλλά το οποίο δεν εξαρτάται από τίποτε». Πλωτίνου Εννεάδες, Α.7, 1. 

Αυτή η ανώτατη Αρχή ονομάζεται ως “ΕΝ” όταν ξεκινάει το ξεδίπλωμα της δύναμής του από επάνω προς τα κάτω (την πολλαπλότητα, τη δημιουργία) και ονομάζεται ως “ΑΓΑΘΟ” όταν ένα δημιουργημένο ον αναζητά να επιστρέψει στην Αρχή αυτή, το ΕΝ.

Για να δείξει τη φύση του Ενός ως κάτι το οποίο συνθέτει όλες τις αντιφάσεις, είναι παντοδύναμο και είναι ταυτόχρονα εντός και εκτός της δημιουργίας δίνει κάποιες χαρακτηριστικές περιγραφές.

 

Το Εν ως αστείρευτη πηγή:

“Φαντάσου μία πηγή που δεν έχει καμία άλλη προέλευση αλλά δίνει ολόκληρο τον εαυτό της στα ποτάμια. Κι όμως δεν καταναλώνεται από αυτά τα ποτάμια αλλά παραμένει αυτή η ίδια μέσα σε ηρεμία, ενώ τα ποτάμια που προκύπτουν από αυτήν, παραμένουν κατ’ αρχήν επί ένα διάστημα μαζί, προτού διαρρεύσουν άλλο εδώ κι άλλο εκεί. Ήδη όμως κάθε ποτάμι γνωρίζει πού θα εκβάλλει τα ρεύματά του.” Πλωτίνος, Εννεάδες , ΙΙΙ 8,10.

 

Το Εν ως ρίζα του δένδρου της δημιουργίας:

“Ή φαντάσου ένα τεράστιο δένδρο, του οποίου η ζωική δύναμη διατρέχει ολόκληρο το δένδρο, αλλά η αρχέγονη αιτία παραμένει εντός αυτής και δεν διασκορπίζεται σε όλο το δένδρο. Έχει εγκαθιδρυθεί, κατά κάποιο τρόπο, μέσα στη ρίζα. Αυτή η αρχέγονη αιτία παρέχει έτσι στο δένδρο ολόκληρη την ζωή του μέσα στην πολλαπλότητά της, αλλά η ίδια η αρχέγονη αιτία παραμένει ακίνητη, γιατί αυτή δεν είναι πολλαπλή, αλλά αρχέγονη αιτία της πολλαπλής ζωής.” Πλωτίνος, Εννεάδες , ΙΙΙ 8,10

 

Η Ιεραρχία των όντων

Αυτό το Εν-Αγαθόν ξεδιπλώνει τη δύναμή του στη δημιουργία μέσα από ενδιάμεσους σταθμούς που είναι ο νους, η ψυχή, η φύση και η δημιουργία. Κάθε υπόσταση μετά το Εν είναι ασθενέστερη από αυτό αλλά πιο δυνατή από τη μεταγενέστερή της υπόσταση. Και ταυτόχρονα κάθε υπόσταση που είναι πιο κοντά στο Εν είναι πιο κοντά στο Καλό (Αγαθό).

Όπως το περιγράφει ο Πλωτίνος:

“Αλλά το καλό (το αγαθόν”) είναι αρχαιότερο (“πρεσβύτερο”) όχι κατά τον χρόνο, αλλά κατά την αλήθεια κι έχει πρωτύτερη δύναμη, στ’ αλήθεια έχει την όλη δύναμη, ενώ αυτό που έρχεται ύστερα δεν έχει την όλη δύναμη, παρά μόνο όση υπάρχει μετά από αυτό και όση απορρέει από αυτό.” Πλωτίνος, Εννεάδες , V 5,12.

Ο ανώτερος τρόπος της δημιουργίας είναι μέσω της θέασης. Όσο όμως τα όντα κατεβαίνουν στη δημιουργία και χάνουν τη δύναμη να θεώνται τον εαυτό τους νοερά, τόσο περισσότερο χρησιμοποιούν την πράξη ως αντικατάσταση της θέασης:

“Ανίκανοι να επιδοθούν στην θέαση εξαιτίας της αδυναμίας της ψυχής τους, δεν μπορούν να συλλάβουν το θέαμα επαρκώς με το νου τους. Αφού λοιπόν δεν οδηγούνται σε πληρότητα, κι όμως ποθούν να το δουν, καταφεύγουν στο πράττειν, για να δουν με τα μάτια τους αυτό που δεν μπόρεσαν να συλλάβουν νοητικά. Όταν πάντως αυτοί οι άνθρωποι δημιουργούν κάτι, θέλουν να το δουν και να το αισθανθούν, και το ίδιο προσδοκούν κι από τους άλλους, έστω κι αν η πρόθεσή τους, όπως πιστεύουν, στρέφεται προς το πράττειν.” (Πλωτίνος, Εννεάδες, ΙΙΙ,8, 4).

Η σωτηρία της ψυχής

Η ανθρώπινη ψυχή ως μια οντότητα που στέκεται ενδιάμεσα στην Καθολική Ψυχή και στη Φύση, πρέπει να απομακρύνει από μέσα της ό,τι είναι ξένο στοιχείο προς αυτήν και να ενωθεί με το δικό της ανώτερο “είναι”, το μέρος του Νου που έχει μέσα της αν και το έχει ξεχάσει.

“Μειώνοντας το ξένο μέσα σου, αυξάνεσαι. Πέταξέ το παράμερα και ιδού το όλον μέσα σου. Δεσμευμένος με το ξένο, δεν θα βρεις το όλον. Όχι ότι αυτό πρέπει να έρθει και έτσι να είναι παρόν σ’εσένα, εσύ είσαι που απομακρύνθηκες απ’αυτό. Και όσο και αν απομακρύνθηκες, δεν αποχώρισες τον εαυτό σου, είναι εκεί, δεν είσαι σε κάποια μακρινή περιοχή: όντας ακόμα εκεί μπροστά του, στράφηκες στο αντίθετό του.” (Πλωτίνος, Εννεάδες, VI.5, 12.25-30)

Η άνοδος της ψυχής γίνεται όταν εξομοιώνεται με το θείο στοιχείο που έχει μέσα της.

«Επειδή το κακό υπάρχει εδώ και (αναγκαστικά τριγυρίζει σε αυτή την περιοχή) και επειδή η ψυχή θέλει να διαφύγει το κακό, πρέπει να φύγουμε από εδώ. Τι είναι αυτή η φυγή; ‘Να γίνουμε όμοιοι με τον Θεό’, λέει ο Πλάτων, και το κατορθώνουμε ‘αν γίνουμε δίκαιοι και ευσεβείς με φρόνηση’ και, γενικά, ενάρετοι.» (Πλωτίνος, Εννεάδες I.2, 1.2, 1.5)

Για να μειώσουμε το βάρος και την επιρροή της ύλης στην ψυχή και να ανεβάσουμε τη συνείδηση πιο ψηλά πρέπει να αντιμετωπίζουμε τα δεινά της ζωής με έναν φιλοσοφικό τρόπο ως δοκιμασίες για την ψυχή μας.

“Δεν πρέπει να κάνει κάποιος σαν άμαθος, αλλά να αντιμετωπίζει τα χτυπήματα της τύχης σαν πολύ-γυμνασμένος παλαιστής, γνωρίζοντας ότι, αν και σε μερικές φύσεις αυτά δεν είναι αρεστά, η δική του μπορεί να τα αντέξει, όχι σαν δεινά αλλά σαν φόβητρα για παιδιά. Τότε μήπως τα επιθυμεί τα δεινά; Όχι, αλλά, όταν παρουσιάζονται όσα δεν επιθυμεί, βάζει μπροστά την αρετή, η οποία κάνει ώστε η ψυχή του δύσκολα να πληγώνεται ή να ταράζεται.” (Πλωτίνος, Εννεάδες, Ι.4, 8.25-30)

Πολλές φορές οι δυσκολίες και οι δοκιμασίες της ζωής, κρύβονται όχι μόνο στις ατέλειες και στα λάθη αυτής της ζωής αλλά όπως λέει ο Πλωτίνος σε “περασμένους βίους”, μιλώντας για τη γνωστή διδασκαλία και άλλων αρχαίων φιλοσόφων, αυτή της μετενσάρκωσης.

“Πρέπει μάλιστα κάποιος να γυρίζει τη σκέψη του σ’ αυτά που συνέβησαν σε προηγούμενες ζωές, διότι από εκεί εξαρτώνται τα επόμενα.” (Πλωτίνος, Εννεάδες, ΙΙΙ.3, 4.50)

Με τη σταδιακή άνοδο θα περάσουμε τα τρία στάδια επαφής με τον εσωτερικό θεό μας. Αυτά τα τρία στάδια ο Πλωτίνος τα αναφέρει ως στάδια του Μουσικού, του Εραστή και του Φιλοσόφου. Στο τελευταίο και ανώτερο στάδιο, ο φιλόσοφος χρειάζεται κάτι που δεν έχουν οι άλλοι δύο, έναν Οδηγό, έναν δάσκαλο που μπορεί να τον βοηθήσει να ανοίξει τα “φτερά” του και τον μάθει να “πετάει” προς τον ουρανό της αλήθειας.

Ο Πλωτίνος περιγράφει τη δική του μυστικιστική εμπειρία,τη δική του ενατένιση προς το Εν, που τον οδηγεί στο να ταυτιστεί με το ανώτερο Ον μέσα του.

“Πολλές φορές εγείρομαι από το σώμα μου και φθάνω εις εαυτόν, εξερχόμενος από όλα τα άλλα πράγματα και εισερχόμενος στον εαυτό μου και βλέπω ένα τόσο θαυμαστό κάλλος, βεβαιωμένος ότι τότε πιο πολύ απ’ οτιδήποτε άλλο ανήκω στο καλύτερο μέρος, διάγω την ανώτερη ζωή και έρχομαι σε ταύτιση με τη θεότητα, οπότε, εγκατεστημένος εκεί, φτάνω στην ενέργεια εκείνη, τοποθετώντας τον εαυτό μου πάνω από καθετί άλλο στον κόσμο των νοητών. Μετά από τη στάση αυτή στον θείο τόπο, κατεβαίνοντας από τον νου στον λογισμό, βρίσκομαι σε αμηχανία για το πώς τέλος πάντων κατέβηκα και πώς συνέβη να βρεθεί η ψυχή μου μέσα σε τούτο το σώμα, όντας αυτό που της φάνηκε να είναι καθ’ αυτήν, μολονότι βρίσκεται μέσα σε σώμα.” (Πλωτίνος, Εννεάδες, IV.8, 1.5-50)

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Εκτύπωση

Από το ίδιο Τεύχος

Περισσότερα Άρθρα ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

×