Τα Έθιμα των Χριστουγέννων

Στις 25 Δεκεμβρίου έχουμε τη γιορτή του χειμερινού ηλιοστασίου Βρουμάλια, ή Μπρουμάλια. Η ονομασία προέρχεται από το λατινικό «Bruma», που υποδηλώνει τη χειμερινή τροπή, δηλαδή τη μικρότερη ημέρα. Το φως του κόσμου επιστρέφει ξανά και ξανά στην καρδιά του Χειμώνα. Γενικά τα έθιμα στις γιορτές των Χριστουγέννων προέρχονται από έναν συνδυασμό θρησκευτικών και λαϊκών παραδόσεων και ρίζες από τη συμβολολογία διαφόρων πολιτισμών. Η περίοδος των Χριστουγέννων (το Δωδεκαήμερο), που συμπίπτει με τις χειμερινές τροπές του ηλίου, χαρακτηρίζεται από έντονη θρησκευτικότητα και πλούσια εθιμολογία. Ο κόσμος περνά σε μια καινούργια εποχή και ο «Ανίκητος Ήλιος» (Sol Invictus) ξεκινά την πορεία του προς τον ολοκληρωτικό θρίαμβο του φωτός, διαδικασία που οδηγεί και πάλι στην Άνοιξη, στη βλάστηση και την περίοδο παραγωγής των ανθών (φυσικών και πνευματικών).

«Καλικάντζαροι»

Πότε: Δωδεκαήμερο.

Πού: Πελοπόννησος, Θράκη, Ρούμελη.

Περιγραφή: Καλικάτζαροι (καλός + κάνθαρος) ή Παγανοί και Παγανά. Εχθροί του ήλιου, οι καλικάντζαροι της λαϊκής μας παράδοσης είναι όντα που ζουν όλο τον χρόνο στα έγκατα της γης, μαύροι, κουτσοί, ελεεινοί, με κάθε λογής κουσούρια.

Την περίοδο του Δωδεκαημέρου την ονομάζουν και Δρύματα. Οι καλικάντζαροι μπαίνουν στα σπίτια από την καπνοδόχο, γιατί τους προσελκύει η μυρωδιά του λαδιού από τις «τηγανίδες», όπως τις λένε στη Μάνη. Ουρούν για να σβήσουν τη φωτιά, καβαλικεύουν στο δρόμο τους διαβάτες, παρενοχλούν κυρίως τις γριές και τα παιδιά, τους πιάνουν στον χορό κλπ.

Οι άνθρωποι για να τους αντιμετωπίσουν πρώτα απ’ όλα κρατούν πάντα αναμμένη τη φωτιά. Τους αφήνουν κάθε βράδυ κάτι για να φάνε, συνήθως γλυκά, για να αρκεστούν σε αυτά αλλά και για να είναι ευχαριστημένοι και να πάνε αλλού για φασαρίες. Επίσης κρεμάνε στην πόρτα του σπιτιού ένα κόσκινο, για να μετρήσουν τις τρύπες του και επειδή ξέρουν να μετρούν μόνο μέχρι το δύο, δεν θα το καταφέρουν ποτέ και δεν θα προλάβουν να μπουν στο σπίτι. Αλλού κρεμάνε μία αρμαθιά με τσαπελόσυκα, για να μην μπορέσουν να τα μετρήσουν κι αυτά.

Σκοπός: Το σκοτάδι -η φάση που ο ήλιος περνάει στη χειμερινή του τροπή- ταυτίζεται με την αταξία και το χάος, ενώ το φως, η νίκη του ήλιου επί του σκοταδιού με τη δικαιοσύνη και την τάξη. Γι’ αυτό και η υπέρτατη νίκη του φωτός επί των χαοτικών και σκοτεινών πλασμάτων ολοκληρώνεται με το τέλος του Δωδεκαημέρου και τα Θεοφάνεια με τον αγιασμό των υδάτων. Τότε οι καλικάτζαροι επιστρέφουν στα έγκατα της γης όπου συνεχίζουν να επιδίδονται όλη τη χρονιά στο ροκάνισμα του μεγάλου δέντρου που στηρίζει της Γη (τον άξονα του Κόσμου-Axis Mundi). Το ροκάνισμα σταματά για όσο διαρκεί το Δωδεκαήμερο που οι καλικάτζαροι είναι στη Γη και στο διάστημα αυτό ο φλοιός του δέντρου επανέρχεται στο αρχικό του μέγεθος και έτσι σώζεται ο κόσμος. Πρόκειται για εξαγνισμό της αρνητικής ενέργειας μέσα από θρησκευτικές τελετές.

Προέλευση: Κατά ορισμένους συνδέονται με τον θεό Πάνα και τους Σατύρους και κατά άλλους συσχετίζονται με τα δαιμόνια των αρχαίων Καβείριων Μυστηρίων. Η επικρατέστερη εκδοχή είναι αυτή που σχετίζεται με αρχαίες παραδόσεις που αναφέρουν ότι μία φορά τον χρόνο, οι ψυχές που βρίσκονται στον Άδη, ανεβαίνουν στη γη και αυτή η περίοδος είναι το Δωδεκαήμερο. Ενοχλούν με διάφορους τρόπους τους ανθρώπους αλλά δεν τους κάνουν κακό. Αυτό ίσως σχετίζεται με το χειμερινό ηλιοστάσιο, όταν η νύχτα μεγαλώνει και το σκοτάδι (κακό, Άδης), φαίνεται να κυριαρχεί στον κόσμο.

«Από το ιερό δέντρο στο χριστουγεννιάτικο»

Πότε: Συνήθως μερικές μέρες πριν από την παραμονή των Χριστουγέννων.

Πού: Κρήτη, ολόκληρη Στερεά και υπόλοιπη Ελλάδα.

Περιγραφή: Πολύ πριν εμφανιστεί στον ελληνικό χώρο το χριστουγεννιάτικο δέντρο στη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα, σε πολλές περιοχές συνήθιζαν να στολίζουν τα σπίτια με δροσερά κλαδιά. Είναι γνωστά πάνω από εκατό ιερά δέντρα, που ακόμη και σήμερα αποτελούν αντικείμενα λατρείας, είναι αφιερωμένα σε αγίους, ξωκλήσια ή μοναστήρια, ενώ άλλα θεωρούνται θεραπευτικά. Οι μαρτυρίες για τα δέντρα αυτά είναι πολύτιμες καθώς αποκαλύπτουν την ειδική σχέση των αγροτικών πληθυσμών με τον συμβολισμό της βλάστησης και της αναγέννησης της φύσης. Και παράλληλα φανερώνουν ένα κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο με παρεμφερείς δοξασίες οι οποίες φαίνεται να πέρασαν από την Ανατολή στον δυτικό κόσμο κατά την περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όταν είχαν αρχίσει να διαδίδονται στα εδάφη της μυστηριακές και άλλες λατρείες και τελετουργίες, όπως είναι οι περίφημες ρωμαϊκές δεντροφορίες. Το δέντρο στολίζεται με μπάλες, πολλά φώτα και άλλα δώρα, είτε πάνω στα κλαδιά του είτε στη βάση του δέντρου.

Σκοπός: Αρχικά συμβολίζει την ευτυχία που κρύβει για τον άνθρωπο η γέννηση του Χριστού. Αργότερα έγινε ένα διακοσμητικό είδος και πήρε τη θέση της «δωροθήκης», δηλαδή του χώρου που αφήνονται τα δώρα. Το δέντρο συμβολίζει τον ίδιο τον κόσμο (δέντρο του κόσμου).

Προέλευση: Η χρήση του δέντρου ως σύμβολο τη χειμερινή εποχή αποτελεί συνέχεια της παράδοσης όλων των αρχαίων λαών, ειδικά των βόρειων (Κελτών και Σκανδιναβών) που το στόλιζαν με προσφορές και κεριά με στόχο να διώξουν το σκοτάδι και να προσκαλέσουν το φως. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως το έλατο που ως αειθαλές συμβολίζει το τέλος του χειμώνα και την καινούρια ζωή.

Οι παραδόσεις και ο συμβολισμός του δέντρου ως άξονας του κόσμου υπάρχουν σε διάφορους πολιτισμούς: Στα Βισνού Πουράνας, οι Ρίσις, τα πυκνά δέντρα, είναι σύμβολα των ταγμάτων των δασκάλων στους οποίους ο θεός Σόμα, η Σελήνη, θεός του φυτικού κόσμου τους είχε προσφέρει σύζυγο τη Μαρίσα, αυτή του γένους των δέντρων. Στην αρχαία Κίνα το δέντρο Τσου-Μινγκ-Τσου είναι το δέντρο της ζωής και της γνώσης του πρωταρχικού χρόνου που όταν εκδηλώνεται παρουσιάζεται ως φυλλώδης πολλαπλότητα. Στην Αίγυπτο το ιερό δέντρο είναι η συκομουριά, ενώ στα ελληνιστικά χρόνια η αγριελιά, σύμβολο του χρόνου (Κρόνου), με το λάδι της οποίας άναβαν τα λυχνάρια στα Κρόνια και τα Σατουρνάλια.

Το δέντρο στολίζεται με φώτα, όπως ο ουρανός με άστρα. Σε όλες τις αρχαίες παραδόσεις τα άστρα είναι τα φωτεινά άνθη αόρατων δέντρων του κοσμικού διαστήματος, που ωριμάζουν σαν καρποί και από αυτούς βγαίνουν σπόροι για τα νέα ουράνια δέντρα.

Ο στολισμός με μπάλες συσχετίζεται επίσης με τα αστέρια και γενικά με τις γνώσεις για τους κυκλικούς καρπούς. Στους Νάζκα υπάρχει δέντρινος θεός που έχει κομμένα κεφάλια αντί για καρπούς. Το κομμένο κεφάλι συμβολίζει τη δυνατότητα του ανθρώπου να ελευθερώσει το κυκλικό του μέρος από το ζωικό στήριγμα του σώματός του.

Χριστόξυλο

Πότε: Δωδεκαήμερο.

Πού: Θράκη, Μακεδονία και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας.

Περιγραφή: Είναι το ξύλο που θα καίει για όλο το δωδεκαήμερο των εορτών, από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Φώτα, στο τζάκι του σπιτιού. Στα χωριά της Βόρειας Ελλάδας, από τις παραμονές των γιορτών, κάθε νοικοκύρης έψαχνε στα χωράφια και διάλεγε το πιο όμορφο, το πιο γερό, το πιο χοντρό ξύλο, από πεύκο ή ελιά και το πήγαινε στο σπίτι του. Η στάχτη των ξύλων αυτών φυλάει το σπίτι και τα χωράφια από κάθε κακό. Πριν ο νοικοκύρης φέρει το Χριστόξυλο, κάθε νοικοκυρά φροντίζει να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι, ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθάριζαν ακόμη και την καπνοδόχο, για να μην βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι. Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, όταν όλη η οικογένεια θα ήταν μαζεμένη γύρω από το τζάκι, ο νοικοκύρης θα άναβε την καινούρια φωτιά και έμπαινε στην πυροστιά το Χριστόξυλο. Σε κάθε σπιτικό οι νοικοκυραίοι προσπαθούσαν να καίει το Χριστόξυλο μέχρι τα Φώτα.

Σύμφωνα με τις παραδόσεις του λαού, καθώς καίγεται το Χριστόξυλο, ζεσταίνεται και ο Χριστός στη φάτνη του. Πριν το ρίξουν στη φωτιά, το ραίνουν με καταχύσματα, δηλαδή με ξηρούς καρπούς. Αλλού βάζουν δύο ή τρία ξύλα· το ένα από ίσιο αρσενικό δέντρο, π.χ. κέδρο, που συμβολίζει τον νοικοκύρη του σπιτιού, το δεύτερο, θηλυκό πάντοτε, από αγριοκερασιά ή αχλαδιά, συχνά με παραφυάδες, που συμβολίζει τη νοικοκυρά.

Σκοπός: Η επιβίωση του φωτός (φυσικού και συμβολικού) ακόμη και στο πιο βαθύ σκοτάδι. Το ξύλο συμβολίζει τον Χριστό, ως φως του Κόσμου που φωτίζει ακόμη και στις πιο αντίξοες συνθήκες. Η συντήρηση της φωτιάς από τους ανθρώπους αποδεικνύει την προσπάθεια που καταβάλουν και την πίστη τους.

Προέλευση: Προέρχεται από τελετές που γίνονταν κατά τη διάρκεια του χειμερινού ηλιοστασίου συμβολίζοντας την επιβίωση του φωτός ακόμη και στο πιο πυκνό σκοτάδι. Οι μεγάλες φωτιές δηλώνουν τη νίκη του Θεού Ήλιου έναντι του Θεού Κρόνου. Ως συνέχεια αυτών είναι σήμερα το παγκόσμιο έθιμο να φωταγωγούνται ιδιαίτερα στις εορτές των Χριστουγέννων σπίτια, πλατείες, δρόμοι, δημόσια κτίρια κλπ με λαμπιόνια και με ιδιαίτερες εκδηλώσεις κατά την έλευση του νέου έτους με χρήση βεγγαλικών.

Τα καταχύσματα προέρχονται από τις αρχαίες σπονδές στους θεούς του Κάτω Κόσμου με τις οποίες εξευμενίζεται το κακό.

Το αρσενικό και το θηλυκό ξύλο από τις δύο δυνάμεις (αρσενική και θηλυκή) που υπάρχουν στον κόσμο της εκδήλωσης, από την ένωση των οποίων συντηρείται ο κόσμος. Το ένα ξύλο είναι ο ίδιος ο θυσιασμένος θεός (στον χριστιανισμό ο Χριστός) που ταυτίζεται με το Φως του Κόσμου.

Αρραβώνιασμα και πάντρεμα της φωτιάς

Πότε: Το αρραβώνιασμα της φωτιάς γίνεται ξημερώματα των Χριστουγέννων, ενώ το πάντρεμα ξημερώματα Πρωτοχρονιάς. Και στις δύο περιπτώσεις γίνεται την ώρα που ο λαός αποκαλεί «ανοιχτή ώρα».

Πού: Θεσσαλία, Φθιώτιδα, Ρούμελη, Μοριάς αλλά και Νησιωτική Ελλάδα, κυρίως του Αιγαίου, Θράκη.

Περιγραφή: Στο τζάκι μπαίνουν δύο μεγάλα ξύλα που φροντίζει ο νοικοκύρης να είναι ισομερή για να καίγονται το ίδιο. Το ένα έχει θηλυκό όνομα και το άλλο αρσενικό (πχ. κερασιά και πλάτανος), ενώ προέρχονται συνήθως από αγκαθωτά δέντρα που όταν καίγονται λειτουργούν αποτρεπτικά. Γίνονται ευχές που αφορούν στα παιδιά και τους ανύπαντρους. Σύμφωνα με την παράδοση, την ώρα που δεν αλλάζει μόνο η ημέρα αλλά κι ο χρόνος, όποια ευχή ή κατάρα κάνει ο άνθρωπος αυτή θα εκπληρωθεί. Γι’ αυτόν τον λόγο οι άνθρωποι πρέπει να είναι πάντα προσεκτικοί στο τι λένε ή ακόμη και στο τι σκέφτονται. Πίστευαν ότι ακόμα και η στάχτη αυτής της φωτιάς είχε θαυματουργές ιδιότητες, γι’ αυτό και την σκόρπιζαν γύρω από το σπίτι και στα χωράφια τους.

Σκοπός: Πραγματοποίηση ευχών, εορτασμός της νίκης του φωτός στο σκοτάδι και αποτροπή κακού.

Προέλευση: Την προέλευση του εθίμου αυτού θα πρέπει να την αναζητήσουμε στον εορτασμό των γιορτών για το χειμερινό ηλιοστάσιο, στον εορτασμό των Σατουρναλίων. Η φωτιά εκτός από ένα εξαγνιστικό μέσο είναι και το σύμβολο του φωτός μέσα στο σκοτάδι. Έτσι σχετίζεται με τον βαθύτερο συμβολισμό του χειμερινού ηλιοστασίου και τη νίκη του φωτός πάνω στο σκοτάδι. Ονομαζόταν και «γιορτή των νεκρών». Σύμφωνα με την εσωτερική παράδοση, εκείνη την περίοδο ανοίγει η πύλη μεταξύ ζωντανών και νεκρών, γι’ αυτό πιστεύεται ότι τα πνεύματα των νεκρών ανέβαιναν στη γη και οι άνθρωποι προσπαθούσαν να αποτρέψουν με τη φωτιά την είσοδό τους στο σπίτι.

Κόλιντα μπάμπω (= Κάλαντα στη γιαγιά)

Πότε: 25 Δεκεμβρίου.

Πού: Φλώρινα, Πέλλα, Κοζάνη, Κιλκίς.

Περιγραφή: Σε διάφορα χωριά της Βόρειας Ελλάδας οι πιστοί υποδέχονται τη γέννηση του θεανθρώπου και την έλευση του νέου χρόνου ανάβοντας μεγάλες φωτιές στις δώδεκα τα μεσάνυχτα και φωνάζουν «ΚΟ-ΚΟ-ΚΟΛΙΝΤΑ ΜΠΑΜΠΩ». Οι φωτιές αυτές συμβολίζουν τη φωτιά που άναψαν οι ποιμένες της Βηθλεέμ για να ζεσταθεί ο νεογέννητος Χριστός. Φωτιές ανάβουν επίσης και το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς για να υποδεχθούν με χαρά το νέο έτος (το έθιμο του «σούρβα»).

«Κόλιντα μπάμπω» σημαίνει ”Κάλαντα στη γιαγιά”. Συγκεκριμένα, η λέξη Κάλαντα (Κόλιντα) προέρχεται από τη λατινική λέξη calenda, που διαμορφώθηκε από το ελληνικό ρήμα καλώ, ενώ η λέξη «μπάμπω» προέρχεται από το «βάβω» = γριά (αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό). 

Σκοπός: Προφύλαξη από καθετί αρνητικό.

Προέλευση: Σχετίζεται και με τη σφαγή των αρσενικών παιδιών μέχρι δύο ετών από τον Ηρώδη. Λέγεται ότι οι φωτιές ανάβουν για να προειδοποιήσουν τους ανθρώπους να προφυλαχτούν από τον βασιλιά, σε ανάμνηση αυτού του θλιβερού συμβάντος, αλλά και για να προφυλαχτούν κατ’ επέκταση από κάθε κακό που επιφυλάσσει ο νέος χρόνος. Κατά άλλους τα τραγούδια στην Μπάμπω είναι ένας τρόπος εξευμενισμού της αρχαίας σκοτεινής μαγείας και μαγγανείας που συμβολίζονται με τη γριά γυναίκα και την υποδοχή του νέου χρόνου με φωτεινότητα και χαρά.

Κάλαντα

Πότε: Παραμονή Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς.

Πού: Ρούμελη, Θράκη, Κρήτη, Εύβοια, Πελοπόννησος, Στερεά Ελλάδα και γενικά σ’ όλη την Ελλάδα με παραλλαγές στα λόγια.

Περιγραφή: Τα Κάλαντα είναι τραγούδια που λέγονται την παραμονή των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, καθώς και σε άλλες γιορτές του έτους, όπως των Φώτων. Παιδιά και ενήλικες γυρνούν στους δρόμους από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας για το χαρμόσυνο γεγονός που πλησιάζει, αλλά και για τον νοικοκύρη του κάθε σπιτιού, δίνοντας ευχές για πλούσιο βίο, υγεία και ευημερία. Ο νοικοκύρης ως αντάλλαγμα προσφέρει κεράσματα που μπορεί να είναι καρποί, κουλούρια, σπανιότερα λουκάνικα και στη σύγχρονη εποχή χρήματα.

Σκοπός: Η αναγγελία ενός σημαντικού γεγονότος σε όλους τους κατοίκους και οι ευχές για καλή και γόνιμη χρονιά. Η επόμενη ημέρα ήταν ημέρα γιορτής και χαράς για όλους γι’ αυτό όλοι έδιναν στα παιδιά χρήματα και κάθε λογής κεράσματα.

Προέλευση: Η λέξη κάλαντα προέρχεται από τη λατινική λέξη calenda, που σύμφωνα με κάποιους ερευνητές διαμορφώθηκε από την ελληνική «καλώ». Στα αρχαία ρωμαϊκά χρόνια, στην αρχή κάθε μήνα γιόρταζαν τις Καλένδες (calendae), που μεταφράζεται ως «νεοημηνίες» (νουμηνία-αρχή του μήνα). Τα Κάλαντα θεωρούνται έθιμο που επιβίωσε χριστιανικά παραλλαγμένο από τα αρχαία Ανθεστήρια και την Ειρεσιώνη της αρχαίας Αθήνας (κλαδί ελιάς στολισμένο με κόκκινα και λευκά κομμάτια μαλλιού και καρπούς). Εκεί έδιναν γερό φιλοδώρημα στους τραγουδιστές που τους επισκέπτονταν για να ευχηθούν για την καλή και γόνιμη χρονιά. Επίσης, στη γιορτή των Ανθεστηρίων έσερναν ένα ομοίωμα καραβιού που μετέφερε τον Διόνυσο, για να τον τιμήσουν ως θεό της βλάστησης. Αυτό έχει επιβιώσει μέχρι σήμερα όπου κάποιοι καλαντιστές κρατούν ένα καραβάκι.

Περνώντας από τη ρωμαϊκή εποχή στη βυζαντινή, οι χριστιανοί θέλησαν να καταργήσουν τα έθιμα των παλιών ειδωλολατρικών θρησκειών, κάτι που δεν ήταν τόσο εύκολο καθώς σημαντικοί εορτασμοί είχαν μείνει στη συνείδηση του λαού. Γι’ αυτό κράτησαν κάποιους, όπως τις Καλένδες, αλλά ανέθεσαν σε λόγιους της εποχής να γράψουν τραγούδια που θα μιλούσαν για τη γέννηση του Χριστού και θα είχαν χριστιανικό ύφος.

Το ψωμί των Χριστουγέννων/χριστόψωμο

Πότε: Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων.

Πού: Κρήτη και Πελοπόννησος, ιδιαίτερα στο Νομό Μεσσηνίας.

Περιγραφή: Το χριστόψωμο είναι συνήθως ψωμί που παρασκευάζεται την παραμονή των Χριστουγέννων. Χρησιμοποιούσαν αλεύρι, μέλι, σουσάμι, κανέλα, ροδόνερο και προϋπέθετε πολύ καλό ζύμωμα. Στο τέλος, συχνά έφτιαχναν σχέδια από ζυμάρι και απεικόνιζαν αλέτρι, στάχυ, δεμάτια σιτηρών ή βοσκούς. Άλλοτε κρατούσαν τέτοια ψωμιά και για την Πρωτοχρονιά και, σε μερικές περιοχές, και για τα Φώτα. Το ίδιο το χριστουγεννιάτικο ψωμί θυσιάζεται, κατά κάποιον τρόπο, στην εξέλιξη μιας αναίμακτης θυσίας. Το μαρτυρεί η τελετουργική ζύμωση αλλά και η τελετουργική κοπή του. Στο θυσιαστικό τυπικό ο «θύτης» είναι συγκεκριμένος. Εκείνος που κόβει το ψωμί είναι πάντα ένας, έτσι όπως ο Χριστός είναι εκείνος που κόβει και μοιράζει τον άρτο στον Μυστικό Δείπνο ή στο δείπνο εις Εμμαούς. Στο ελληνικό χριστουγεννιάτικο εορταστικό τυπικό εκείνος που θα κόψει το ψωμί είναι ο σπιτονοικοκύρης και μόνον αυτός.

Σκοπός: Το ψωμί των Χριστουγέννων απηχεί την ιδιαιτερότητα της μεγάλης εορτής και στοχεύει στο να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για καλή σοδειά, υγεία και ευημερία. Όπως κόβεται και μοιράζεται το ψωμί στα μέλη της οικογένειας έτσι να μοιράζονται τα υλικά και πνευματικά αγαθά στους συνδαιτυμόνες.

Προέλευση: Το έθιμο συνδέεται με τη λατρεία της θεάς Δήμητρας, θεάς της γης και των δημητριακών. Το χριστουγεννιάτικο ψωμί έχει τις ρίζες του στους άρτους των αρχαίων γιορτών που γίνονταν προς τιμήν της Δήμητρας, συσχετίζονταν με τον κύκλο της παραγωγής του ψωμιού και την αναβλάστηση του θαμμένου στη γη σπόρου και στις οποίες πρόσφεραν στην κυρίαρχη θεότητα το καλύτερο ψωμί, σύμβολο της ζωής και του ίδιου του υπέρτατου όντος (ο ίδιος ο Χριστός που γεννιέται είναι ο Άρτος της Ζωής).

Γλυκιά πίτα

Πότε: Την ημέρα των Χριστουγέννων.

Πού: Θράκη.

Περιγραφή: Σε πολλά χωριά της Θράκης, την ημέρα των Χριστουγέννων κάνουν μια διαφορετική πίτα, μια γλυκιά πίτα με φύλλα κρούστας. Ανάμεσα στα φύλλα βάζουν σπόρους σιταριού, καλαμποκιού, κριθαριού, φτερό από την κότα ή τρίχες από τα ζώα που είχαν και ένα κέρμα. Η πίτα αυτή μπαίνει κάτω από το εικονοστάσι μέχρι να τελειώσει η λειτουργία στην εκκλησία.

Όλοι εκείνη την ημέρα πάνε στην εκκλησία. Μετά την εκκλησία όλη η οικογένεια κάθεται στο τραπέζι για να φάει, ενώ πριν φάνε η γεροντότερη γυναίκα θυμιατίζει το τραπέζι και μετά φέρνει την πίτα. Ο γεροντότερος άνδρας πρώτα θα σταυρώσει την πίτα, θα ευχηθεί υγεία σ’ όλους και μετά θα την κόψει κομμάτια, ο καθένας θα πάρει το δικό του μερίδιο. Όποιος πάρει το νόμισμα θα έχει το ταμείο του σπιτιού.

Σκοπός: Να είναι γλυκιά όλη η χρονιά και να υπάρχει ευτυχία και ευημερία στο σπίτι.

Προέλευση: Όμοια με το χριστόψωμο.

Τάισμα της βρύσης ή γλύκεμα των νερών

Πότε: Τα χαράματα των Χριστουγέννων (αλλού την παραμονή των Χριστουγέννων).

Πού: Βόρεια και δυτική Στερεά Ελλάδα κυρίως, σε όλες τις περιοχές της Θεσσαλίας.

Περιγραφή: Με την ανατολή του ήλιου οι γυναίκες χύνουν το νερό από τις στάμνες τους και πηγαίνουν στην πιο κοντινή βρύση «για να κλέψουν το άκραντο νερό». Το λένε άκραντο, δηλαδή αμίλητο, γιατί δεν μιλούν σ’ όλη τη διαδρομή. Όταν φτάνουν εκεί, την ταΐζουν βούτυρο, τυρί, ή ψημένο σιτάρι ή κλαδί ελιάς. Αλλού προσφέρουν ένα πιάτο με ρόδι, γλυκά και κέρματα. Και λένε: “Όπως τρέχει το νερό σ’ βρυσούλα μ’, έτσ’ να τρέχ’ και το βιο μ'”. Έπειτα ρίχνουν στη στάμνα ένα βατόφυλλο και τρία χαλίκια, «κλέβουν νερό» και γυρίζουν στα σπίτια τους πάλι αμίλητες μέχρι να πιουν όλοι από τ’ άκραντο νερό. Με το ίδιο νερό ραντίζουν και τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, ενώ σκορπούν στο σπίτι και τα τρία χαλίκια. Υπάρχει η πεποίθηση πως η νεράιδα που κατοικεί στην πηγή και στην οποία κάνουν την προσφορά κοιμάται και είναι κακοτυχία να την ξυπνήσει κάποιος.

Σκοπός: Τηρώντας αυτό το έθιμο, πίστευαν ότι θα φέρουν την ευτυχία στο σπιτικό και στην προσωπική τους ζωή. Η φράση που έλεγαν: «Τρέχει το νερό στη βρύση, να τρέχουν και σ’ εμάς όλα τα καλά», δείχνει ότι η συνεχόμενη ροή του νερού συμβολίζει την αφθονία που επιζητούσαν όλοι για μία ευτυχισμένη ζωή και πλούσιο βιος. Επίσης θεωρείται μια ευχαριστήρια προσφορά προς το στοιχειακό της βρύσης.

Προέλευση: Σχετίζεται πιθανότατα με τις γνώσεις για τις μαγικές δυνάμεις του νερού ειδικά αυτό που αντλείται κατά την ανατολή του ήλιου. Το νερό, όπως βλέπουμε και σε άλλα έθιμα, θεωρείται ότι έχει εξαγνιστικές και μαγικές ιδιότητες.

Χοιροφαγία ή γουρνοχαρά

Πότε: Χριστούγεννα.

Πού: Ρούμελη, Θράκη, Βόρεια Εύβοια, Πέλλα, Θεσσαλία, Ευρυτανία, Φθιώτιδα Πελοπόννησος και σε άλλα μέρη της Ελλάδας.

Περιγραφή: Ένα από πιο χαρακτηριστικά έθιμα, είναι η λεγόμενη «γουρνοχαρά». Ανήμερα των Χριστουγέννων, οι πιστοί πηγαίνουν στην εκκλησία κι έπειτα αφού τελειώσει η θεία λειτουργία, σε σπίτια και αυλές ψήνουν «τη γουρνάδα». Το κάθε σπίτι που σφάζει γουρούνι προσκαλεί όλους τους συγγενείς και φίλους να φάνε και να γλεντήσουν μαζί, ενώ σε ορισμένες περιοχές μόλις σφάξουν τον χοίρο, η νοικοκυρά παίρνει έναν τσίγκο, βάζει επάνω μερικά κάρβουνα, ρίχνει και λίγο θυμίαμα και περνάει μπροστά από τους άνδρες, που βρίσκονται γύρω από το σφαγμένο γουρούνι. Τους θυμιατίζει και αυτοί με το χέρι τους αερίζουν την φωτιά και εύχονται: «να το φάτε με υγεία και του χρόνου μεγαλύτερο». Έπειτα ρίχνει τα κάρβουνα με το θυμίαμα στον κομμένο λαιμό του γουρουνιού για να το θυμιατίσει κι αυτό. Η χοιροσφαγή παραμένει ολόκληρη τελετουργία, αφού είναι απαραίτητο να υπάρχει φωτιά, κάρβουνο και λιβάνι και την ώρα της σφαγής η νοικοκυρά θα πρέπει να τα ρίξει πάνω στη σφαγή, ενώ στο στόμα του χοίρου βάζουν ένα λεμόνι για να μένει ανοιχτό και να αερίζεται.

Σκοπός: Ο πρακτικός σκοπός αυτού του εθίμου ήταν η προετοιμασία τροφής για όλο τον χρόνο με τα παστά, τα λουκάνικα και το λίπος του γουρουνιού. Αξιοποιούσαν κάθε μέρος του θυσιασμένου ζώου: έπαιρναν το δέρμα του γουρουνιού, το οποίο χρησιμοποιούσαν για να φτιάξουν τσαρούχια, αλλά και για αποθήκευση τροφίμων. Ο εσωτερικός σκοπός της γουρνοχαράς ήταν εξιλαστήριος και καθαρτήριος.

Προέλευση: Είναι από τα έθιμα που αποδίδονται στα ρωμαϊκά Σατουρνάλια, αλλά και ακόμα παλαιότερα σε αρχαίες ελληνικές γιορτές που τελούνταν στο χειμερινό ηλιοστάσιο και στις οποίες συνήθιζαν να θυσιάζουν κάποιο ζώο. Η θυσία χοίρου και η χοιροφαγία ήταν μυστηριακές τελετές που συμβόλιζαν τη θυσία του υλικού στοιχείου και την επικράτηση του πνευματικού στοιχείου. Ο χοίρος αντιπροσώπευε την ανθρώπινη προσωπικότητα. Στα Κρόνια θυσίαζαν χοίρους προς τιμήν του Κρόνου, στα Θεσμοφόρια προς τιμήν της Δήμητρας, ώστε να εξασφαλίσουν την ευφορία της γης. Επίσης χοίρους θυσίαζαν στην αρχαία Ελλάδα και προς τιμήν της Αφροδίτης, σύμβολο της αιώνιας νιότης που μπορεί να κατακτήσει ο άνθρωπος αν προσφέρει το κατώτερο μέρος του εαυτού του. Από τα σφάγια ένα μέρος προσφερόταν στον θεό και ένα μέρος το έτρωγαν οι πιστοί.

Ετικέτες: Χειμερινό Ηλιοστάσιο Χριστούγεννα
Εκτύπωση

Από το ίδιο Τεύχος

Περισσότερα Άρθρα ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Σχετικά Άρθρα

×